www.ekivolos.gr   

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού. 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

Το θέμα της τιμής στο έργο του Θουκυδίδη

JACQUELINE DΕ ROMILLY

 Μετάφραση: Αναστασίου Στέφου

 

             Αναγνωρίζουμε εύκολα στον Θουκυδίδη ένα πνεύμα ρεαλιστικό και θετικιστικό, έτοιμο να εξηγήσει όλες τις ανθρώπινες πράξεις με κίνητρο μόνο το συμφέρον. Το απoτέλεσμα, όμως, είναι πως, όταν εισάγει τυχαία την άποψη να υπολογιστούν κίνητρα, αν όχι ανιδιοτελή, τουλάχιστον αφιλοκερδή, που στοχεύουν σε οφέλη μη υλιστικά, είμαστε έτοιμοι να τα απομακρύνουμε σαν απλά θέματα ρητορικής. Είναι η περίπτωση όταν οι Αιθηναίοι του, στο 1ο βιβλίο, ή ακόμη περισσότερο, ο Περικλής του, στο 2ο βιβλίο, περιγράφουν την επεκτατική πολιτική τους σαν συνδεδεμένη με την επιδίωξη της τιμής. Επομένως, αν δεν εκλάβουμε αυτή τη μαρτυρία ως αξιόλογη, οδηγούμαστε στην άρνηση να διακρίνουμε διαφορετικές φάσεις στην ιστορία αυτού του επεκτατισμoύ, στο πλαίσιο του οποίου αυτή η τιμή θα διαδραμάτιζε, ανάλογα με τις περιστάσεις, ένα ρόλο σχετικά μεγάλο. Μια μελέτη για τη θέση που κατέχει η τιμή στο έργο του Θουκυδίδη γενικά και για τη φροντίδα με την οποία υπολογίζονται οι διαφορετικές μορφές ή οι μεταβαλλόμενες αναλογίες, θα μας επέτρεπε να σχηματίσουμε, από την άποψη αυτή, μιαν εικόνα ακριβέστερη, που, συγχρόνως, συμβαίνει να ρίχνει κάποιο φως στις αντιδράσεις, οι οποίες, στον τομέα αυτό, ήταν οι αντιδράσεις των Ελλήνων εκείνης της εποχής.

Καταρχήν, είναι εμφανές ότι το θέμα αναδύεται στο έργο, με τρόπο ενίοτε εκπληκτικό, με αφορμή πολλούς άλλους λαούς εκτός από τους Αθηναίους και πολλές άλλες πολιτικές εκτός από τον επεκτατισμό.

Η πολιτική υπεροχή τόσο της Σπάρτης, όσο και της Αθήνας θεωρείται κανονικά ως μια μορφή τιμής. και αυτό δεν θα μπορούσε να μας εκπλήξει. Οι Κορίνθιοι, επικαλούμενοι την έwοια των αρμοδιοτήτων της Σπάρτης, διακηρύσσουν ότι οφείλουν να επαγρυπνούν για ό, τι συμβαίνει περισσότερο από τους άλλους, καθήκον τους είναι να έχουν την πρώτη ευθύνη για τα κοι νά ζητήματα της συμμαχίας, όπως έχουν και τις πρώτες θέσεις στις τιμές (1, 120, 1 : προτιμῶνται). Στη συνέχεια, αν δύο κυρίαρχες Πολιτείες ενώνονται, αυτό γίνεται ίσως για να διαφυλάξουν καλύτερα την αμοιβαία τιμήν. Από αυτή την άποψη, η δημηγορία των Λακεδαιμονίων με αφορμή την Πύλο προσφέρει σαφέστατη μαρτυρία.

Σύμφωνα με την άποψη των αγορητών, για την Σπάρτη σημασία έχει κυρίως να αποφύγει την ατιμωτική πράξη μιας ήττας: οι Λακεδαιμόνιοι επιδιώκουν να διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια της πόλης τους (IV, 17, 1: κόσμον). Η Σπάρτη απελάμβανε, όντως, το μεγαλύτερο κύρος (18, 1: ξίωμα μέγιστον) μεταξύ των Ελλήνων. καιέπρεπε να αποφύγει την ταπείνωση της καταστροφής της, προτού συμβεί καμιά ανεπανόρθωτη συμφορά (20, 2 : πρό αισχρού τινός ξυμφοράς).

Για την Αθήνα, οι πρέσβεις επαναλαμβάνουν ότι η ειρήνη, διαφυλάσσοντας τα προνόμιά της, θα επαυξήσει την εύκλεια της πόλης. Με αυτή την τιμή, πρέπει εδώ να εννοήσουμε την ηθική υπόληψη της πόλης. έτσι, η λέξη δόξα συνενώνεται με την τιμήν, για να την παραγκωνίσει σε λίγο. Η Αθήνα θα αποκτήσει, πράγματι, τιμή και δόξα (17, 4: προσλαβοϋσι δέ τιμήν και δόξαν). η ειρήνη θα της αφήσει για τις επερχόμενες γενεές βέβαιη φήμη της δύναμης και της φρόνησής της (18, 5: ἀκίνδυνον δόκησιν ἰσχύος και ξυνέσεως ἐς τό ἔπειτα καταλιπεῖν). και θα αποκτήσει έτσι και δόξα, αν προχωρήσει συγχρόνως σε μιαν εποικοδομητική συμμαχία (20, 2: δόξης καί ἡμετέρας φιλίας προσγιγνομένης). Αυτή η δόξα θα αυξηθεί, γιατί θα θεωρήσουν, στην Ελλάδα, ότι στην Αθήνα οφείλουν αποκλειστικά την ευεργεσία για την ειρήνη (20, 3: την χάριν ὑμῖν προσθήσουσιν).

Αλλά η ειρήνη, κυρίως, θα συνδέσει την τιμήν, την οποία απολαύουν οι δύο πόλεις, και θα την αυξήσει παγιώνοντάς την. Γιατί το συμπέρασμα αυτού του δυαδικού προγράμματος βρίσκεται στην τελευταία φράση, στην τελευταία λέξη: η δημηγορία ολοκληρώνεται, πράγματι, με την υπόσχεση των πολλαπλών πλεονεκτημάτων, που είναι βέβαιο ότι θα προκύψουν και για τις δύο πλευρές (20, 4: τά ἐνόντα ἀγαθά σκοπεῖτε ὅσα εἰκός εἶναι) και που ανάγονται, στην πραγματικότητα, σε ένα μόνο, εκπροσωπούμενο από μια τιμήν αυξημένη: αν εμείς και σεις συμφωνήσουμε, ο υπόλοιπος ελληνικός κόσμος, του οποίου οι δυνάμεις είναι πολύ πιο μικρές από τις δικές μας, θα μας σέβεται εξαιρετικά και τους δύο (20, 4: τα μέγιστα τιμήσει). Η επεκτατική τιμή, λοιπόν, δεν απεμπολείται, αλλά κατανέμεται ανάμεσα στις δύο κυρίαρχες πόλεις, χωρίς πλέον δυνατότητα αμφισβήτησης. Άλλωστε, ο Αριστοφάνης δεν κάνει λάθος στο σημείο αυτό, ο οποίος εκφράζει το ίδιο πρόγραμμα με όρους πιο σκληρούς (Ειρήνη, 1082): αν και μπορούμε μαζί να κυβερνάμε την Ελλάδα δίνοντας τα χέρια (ἐξόν σπεισαμένοις κοινῇ τῆς Ἑλλάδος ἄρχειν). Η συμμαχία, όσο συνετή και αν είναι, αναζητεί τα ίδια προνόμια με την πιο ομολογημένη φιλοδοξία.

Πρόκειται, όμως, για τους φιλόδοξους μόνους; Το έργο, ως προς αυτό, επιφυλάσσει εκπλήξεις, κάνοντας να παρεμβάλλεται η τιμή εκεί όπου δε θα μπορούσαμε καθόλου να την φαντασθούμε ως αναμενόμενη.

Αν απομακρύνουμε την ἀληθεστάτην πρόφασιν και την Αθηναϊκή φιλοδοξία που την υποβαστάζει, μπορούμε να πούμε ότι ο πόλεμος αρχίζει με το επεισόδιο της Κέρκυρας. Ο Θουκυδίδης, λοιπόν, υπογραμμίζει ότι η Κόρινθος εισέρχεται στη δράση συγχρόνως εν ονόματι του δικαίου και από μίσος προς την Κέρκυρα. γιατί, όμως, αυτό το μίσος; Γιατί, λέει, οι Κερκυραίοι αν και άποικοι της Κορίνθου παραμελούσαν τη μητρόπολή τους (παρημέλουν)- πραγματικά, οι Κερκυραίοι ούτε στις κοινές δημόσιες τελετές τους έδιναν τα συνηθισμένα δώρα (γέρα τά νομιζόμενα), ούτε σε θυσίες πρόσφεραν σε Κορίνθιο τις πρώτες τιμές, όπως κάνουν οι άλλες αποικίες (1, 25, 34). Οποια και αν είναι n ακριβής έννοια αυτών των δώρων και αυτών των τιμών, πρόκειται, στο σnμείο αυτό, για μια διαμάχη για τnv πρωτοκαθεδρία, n οποία φαίνεται αρκετά ευτελής για τους σύγχρονους. Και είναι διασκεδαστικό να βλέπουμε ότι ένας κριτικός τόσο ακριβολόγος όσο ο Α. W. Gomme φαίνεται να δυσαρεστείται από την πληρoφορία που δίνει ο Θουκυδίδης και προσπαθεί να την διορθώσει, να την συμπληρώσει, με ένα πνεύμα καθαρά οικονομικό, και κατάλληλο να ικανοποιήσει μια πιο σύγχρονη άποψη της ιστορικής αιτιοκρατίας: αφού μας πληροφόρησε ότι υποπτεύεται κανείς ένα κίνητρο οικονομικό, επιδίδεται σε σχολιασμό για τα οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου στη Δύση και τα νομισματικά προβλήματα που συνδέονται με αυτά. Διαφορετικά διατυπωμένος υπάρχει εδώ ένας ρόλος της τιμῆς, που παραπλανά τους σύγχρονους ιστορικούς και ο οποίος τους φαίνεται ισχνός σε σχέση με το γεγονός, αλλά  είναι η εξήγnσn που δίνει ο Θουκυδίδnς. Η συνέχεια τnς φράσnς του προσθέτει, είναι αλήθεια, πως οι Κερκυραίοι διέθεταν πολύ μεγάλα πλούτη και τεράστια ναυτική δύναμη. Να, λοιπόν, ποιο είναι το πιο σοβαρό, αλλά, θα παρατηρήσουμε ότι αυτές οι πιο ρεαλιστικές σκέψεις παρουσιάζονται με ένα πρίσμα που θέτει τον ανταγωνισμό της τιμής: ο πλούτος των Κερκυραίων συνδέεται άμεσα με τηv περιφρονnτική τους στάση (περιφρονοῦντες δέ αὐτούς καί... ὄντες...) και η ναυτική τους υπεροπλία φαίνεται συγχρόνως ως λόγος έπαρσnς (παιρόμενοι) και ως αφορμή ευκλείας (κλέος ἐχόντων). Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι n τιμή, που δεν εμφανίζεται εδώ καθόλου τυχαία, υπαγορεύει, πράγματι, τη σύγκρουση των συμφερόντων.

Οπωσδήποτε, αυτή η τιμή είναι συνεχώς ανοιχτή για συζήτηση, και δεν εκπλnσσόμεθα καθόλου να βλέπουμε τους Κορίνθιους, στην Αθήνα, να παραπονούνται γιατί οι Κερκυραίοι δεν τους αποδίδουν τις οφειλόμενες τιμές όπως έχουν υποχρέωση: η στάση τους είναι προσβλnτική (38, 2: ὑβρίζεσθαι) και δεν ενεργούν όπως οι άλλες αποικίες οι οποίες αποδίδουν τιμές στην Κόρινθο (38, 3: τιμῶσιν). Και αυτές οι άλλες πόλεις έχουν δίκιο, γιατί, με μιαν ωραία γενίκευση, οι Κορίνθιοι διακnρύσσουν ότι κάθε αποικισμός αποσκοπεί σ' αυτό το αποτέλεσμα: αποστέλλουμε τους αποίκους για να είμαστε οι αρχηγοί τους και να μας σέβονται κατά τα πρέποντα: ἐπi τῷ ἡγεμόνες τε εἶναι καί τά εἰκότα θαυμάζεσθαι. Κάθε πόλη που έχει αποικίες αναπαράγει, λοιπόν, σε μικρογραφία τον Αθηναϊκό επεκτατισμό και δικαιολογεί, κατά συνέπεια, τον τρόπο με τον οποίο οι ρήτορες τον περιγράφουν.

Αλλά το συναίσθημα είναι γενικότερα πιο διαδεδομένο ακόμη. Και το ξαναβρίσκουμε σε λίγο ακόμη και στις υποταγμένες πολιτείες. Ορισμένες έχουν την τιμή να ταυτισθούν λίγο ως πολύ με τnv Αθήνα: αυτό συμβαίνει με τους ναύτες του στόλου στους οποίους ο Νικίας υπενθυμίζει ποιοι ήταν. Από το γεγονός αυτής της ταύτισης, τους θαύμαζαν όλοι στην Ελλάδα (ΥΙΙ, 63, 2: ἐθαυμάζεσθε). Άλλοι (ή οι ίδιοι) μπορούν να απολαύσουν πιο συγκεκριμένη τιμή με τη μορφή μιας προνομιακής θέσnς. Και είναι n περίπτωση που εμφaνίζεται στο επεισόδιο της Mυτιλήνης, στο 3ο βιβλίο.

Σε αυτό το επεισόδιο, μόνο μία λέξη προκαλεί έκπλnξn, και όχι πλέον μια ιστορική εξήγnσn. Αλλά η σnμασία αυτής τnς λέξnς σ' όλη τη συνέχεια τnς αντιπαράθεσης δεν είναι αμελητέα. Είναι η λέξη που χαρακτnρίζει τη θέση της Mυτιλήνης σε σχέση με τους Αθηναίους, δηλ. Ποιοι ήταν οι τιμώμενοι.

Οι Μυτιληναίοι αναγνωρίζουν ότι η θέση τους δεν είναι επαινετή, επειδή εγκαταλείπουν τους Αθηναίους στην ώρα του κινδύνου, ενώ αυτοί τους τιμούσαν σε καιρό ειρήνης (9, 3: τιμώμενοι ὑπ' αὐτῶν). Η λέξη μπορεί να συμπεριλάβει ορισμένες τιμές ευδιάκριτες, αλλά είναι φανερό ότι προσδιορίζει κυρίως τηv αυτονομία που δίνεται στους Μυτιληναίους, με ένα προνόμιο κατ' εξαίρεση. Άλλη μία φορά, συνεπώς, πρόκειται για ένα πρακτικό πλεονέκτημα, που είναι ουσιαστικό, αλλά που εμφανίζεται εδώ με τη μορφή με την οποία, ίσως, γινόταν αισθητό, και που είναι n τιμή. Οι Μυτιληναίοι δικαιολογούνται για αυτή τηv εμφανή αδικία εξnγώντας ότι αυτές οι τιμές σnμαίνουν μόνο ότι η Αθήνα διατηρεί τους πλέον ισχυρούς συμμάχους για τη στιγμή που αυτοί θα βρεθούν απομονωμένοι (10, 5-11, τέλος) 10, και προσθέτουν ότι και οι ίδιοι βοήθnσαν στη δική τους προστασία, επειδή προσέφεραν συνεχώς περιποιήσεις στους Αθnναίους, κολακεύοντας το λαό και τους άρχοντές τους (11 , 7 : ἀπό θεραπείας). Μια ανταλλαγή κολακειών καλύπτει, λοιπόν, και από τα δύο μέρη, μια σχέση ισχύος. και στην περίπτωση τnς Mυτιλήνης, τα προβλήματα της τιμής υπάρχει ο κίνδυνος να έχουν βαριές επιπτώσεις σε μια πολιτική απόφαση.

Επομένως, ο τρόπος αυτός να περιγράψουμε τη θέση τnς Mυτιλήνnς επανευρίσκεται, με πολλή ακρίβεια, στην αθηναϊκή αντιπαράθεση τη σχετική με τnv τύχη τnς πόλnς. και, όταν ο Κλέων θέλει να φέρει στο φως τnv ενοχή των κατοίκων τnς, τους κατnγορεί ότι απεστάτησαν, μολονότι ήταν ανεξάρτnτοι και τιμώνταν από τους Aθηναίους, όπως κανένας άλλος: αὐτόνομοί τε οἰκοῦντες καί τιμώμενοι ἐς τά πρῶτα ὑπό ἡμῶν (39, 2). 'Εχοντας ως αφετηρία επίσης αυτή την προνομιακή θέση, την χρnσιμοποιεί για να παρουσιάσει την συμπεριφορά των Mυτιληναίων σαν μια ενέργεια ύβρεως, προκαλούμενη από αυτά τα ίδια τα προνόμια: θα έπρεπε από την αρχή, λέει, να μην είχαμε τιμήσει τους Μυτιληναίους και να μην είχαμε κάνει καμιά διάκριση ανάμεσα σ' αυτούς και τους άλλους συμμάχους (39, 5: μηδέν διαφερόντως τῶν ἄλλων ὑφ' ἡμῶν τετιμῆσθαι). Και τότε τίποτε δε θα είχε συμβεί και δε θα είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο αλαζονείας. Η αυτονομία της Μυτιλήνης είναι, λοιπόν, όχι μόνο μια τιμή, αλλά, κατά τον Κλέωνα, μια αληθινή υπέρβαση τιμής.

Για να είμαστε ειλικρινείς, απομένει ένα σημείο που εκπλήσσει κάπως στην ανάλυση του Κλέωνα: είναι το απόφθεγμα που χρησιμοποιεί και που δείχνει την ύβρη σαν το συνηθισμένο αποτέλεσμα μιας ευτυχίας αιφνιδίου καί απροσδοκήτου ΙΙ, 61. Προφανώς, αυτά τα επίθετα δεν προσιδιάζουν στην ευτυχία να παραμείνουν αυτόνομοι. Και είναι αρκετά δύσκολο να παραδεχθούμε ότι ο Κλέων μπορεί να καταφεύγει σ' έναν κοινό τόπο χωρίς κανένα είδος σχέσης με την περίσταση. 'Ετσι, έχουν παρουσιασθεί δύο διαφορετικές εξηγήσεις. Η μία είναι ότι η έκφραση θα είχε σαν στόχο την τύχη που ξαφνικά προσφέρεται στη Μυτιλήνη για δράση, χάρη στον πόλεμο και στο λοιμό: είναι, για παράδειγμα, αυτό που εννοεί ο Gomme και η έννοια ταιριάζει τέλεια, ακόμη και αν τίποτα, μέσα στο κείμενο, δεν την προετοιμάζει ή δεν την επιβεβαιώνει. Για το λόγο αυτό, άλλοι προτιμούν την άποψη ότι η σκέψη που διατυπώνεται από τον Κλέωνα θα είχε ως στόχο όχι τη Μυτιλήνη, αλλά, με ένα είδος τραγικής ειρωνείας, την Αθήνα και τον Κλέωνα τον ίδιο. Η υποβολή είναι χαριτωμένη και δεν είναι αδύνατο να την παραδεχθούμε. δεν φαίνεται, όμως, ότι αυτή η έμμεση πρόθεση - αν υποθέσουμε ότι υφίσταται - μπορεί να μας απαλλάξει να αναζητήσουμε στο λόγο του Κλέωνα και στο βαθμό των επιδιώξεών του ένα ελάχιστο όριο συνάφειας. Μας φαίνεται, λοιπόν, ότι, με τη μία ή την άλλη από τις αναφερθείσες εξηγήσεις (κυρίως με τις δύο), ο Κλέων αφήνεται να παρασυρθεί σε ένα ολίσθημα της σκέψεις, αναμειγνύοντας την τιμήν της Μυτιλήνης με τις άλλες μορφές της τύχης που αναφέρουμε γενικά, που ο λοιμός θα μπορούσε εδώ να προκαλέσει, και των οποίων η τύχη της εξέγερσης θα έκανε εμφανή τον κίνδυνο, Αλλά αυτό το ολίσθημα επιβεβαιώνει, κάθε φορά, Τη σημασία που συνάπτεται με αυτή την τιμήν, η οποία με το πνεύμα του Κλέωνα αποκτά αρκετή δύναμη για να ανοίξει την πόρτα σε κάθε τεκμηρίωση της ύβρης.

Η επιθυμία ή η ευχαρίστηση των διακρίσεων πάσης φύσεως καταλαμβάνει, λοιπόν, μεγάλη θέση στην πολιτική όλων των πόλεων, ιδιαίτερα των λιγότερο επεκτατικών. Και ξαναβρίσκουμε, σε επίπεδα πολύ διαφορετικά, την ίδια σημασία που συνάπτεται με την τιμήν, η οποία περιλαμβάνει διάφορες μορφές, των οποίων ο επεκτατισμός δεν είναι παρά η ακραία κατάληξη.

Αντίθετα, αυτή η ίδια η τιμή ήταν επιδεκτική να προσλάβει μια μορφή ακριβώς αντίστροφη. Και ο Βρασίδας μπόρεσε να ενασχοληθεί αποδίδοντάς την αυτή την έννοια.

Πράγματι, το να είσαι ελεύθερος δεν είναι από μόνο του δόξα. Να παραμένεις μόνο ελεύθερος, όπως η Μυτιλήνη, μπορούσε ήδη να είναι κολακευτικό. Αλλά να απελευθερώνεσαι; Να απελευθερώνεσαι πριν από τους άλλους; Να απελευθερώνεσαι αυθόρμητα; Με μιαν αξιοσημείωτη επιμονή, ο Βρασίδας, στη Χαλκιδική, δε θα παύσει να μεταβάλει αυτές τις πολιτικές διαθέσεις σε πράξεις που αξίζουν την τιμήv.

Στην Άκανθο, που προσπάθησε να την προσαρτήσει πρώτη, χρησιμοποιεί αυτή την σκέψη κυρίως για να υποβάλει την ιδέα ότι θα αποτελέσει δόξα το να έχει απελευθερωθεί πρώτη. Δόξα, ανιδιοτελής, ίσως, αλλά που, παρόλα αυτά, παραμένει θελκτική. Ενώπιον των Ελλήνων, τους λέει, οι Ακάνθιοι θα αποκτήσουν αιώνια δόξα (IV , 87 , 6: ἀϊδιον δόξαν), για την πόλη, θα αποφύγουν κάθε ζημία και θα εξασφαλίσουν την καλύτερη φήμη.

Στη Σκιώνη, η οποία είχε αποστατήσει αυθόρμητα, επαναλαμβάνει τα ίδια επιχειρήματα, αλλά εδώ προσθέτει υποσχέσεις ειδικών προνομίων, τα οποία υπενθυμίζουν τηρουμένων όλων των αναλογιών, αυτά που η Αθήνα παρείχε στη Μυτιλήνη: αρχίζει, πράγματι, με απλές φιλοφρονήσεις, λέγοντας ότι θα αξίζουν πολύ περισσότερο έπαινο (ΙV, 120, 3: ἀξιωτάτους αὐτούς εἶναι ἐπαίνου), έπειτα δίνει στην ευχαριστία του μορφή κάπως πιο συγκεκριμένη, διασαφηνίζοντας ότι σκοπεύει να τους τιμήσει αργότερα με κάθε τρόπο (καί τἆλλα τιμήσειν).

Στο ένα στρατόπεδο όπως και στο άλλο, υπάρχει, λοιπόν, ένας τρόπος, για την Αθήνα και για τη Σπάρτη, να τιμούν ορισμένες πόλεις. Και είναι επιπλέον τιμή να απελευθερωθεί κανείς, όπως ακριβώς είναι τιμή να κυβερνά.

Φαίνεται μάλιστα, είναι αλήθεια, ότι αυτή η επιθυμία της διάκρισης και του προνομίου, που χαρακτηρίζει όλες τις πόλεις, μεγάλες και μικρές, μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να έχει αντίθετο αποτέλεσμα. και ο Θουκυδίδης δεν το έχει παραγνωρίσει. Είναι τουλάχιστον αυτό που προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τις υποθέσεις της Σικελίας, στο 4ο βιβλίο της Ιστορίας του.

Στη δημηγορία του Ερμοκράτη, στη Γέλα, η οποία θεωρητικά απαντά σε μιαν απειλή, επικαλούμενη μία συμμαχία θεμελιωμένη σε μια κοινότητα συμφερόντων , ο αγορητής καταγγέλλει, πράγματι, αυτό που μπορούσε να διατηρήσει τις διχόνοιες στην Σικελία: λοιπόν, ήταν το σημείο της τιμής, η επιθυμία να μην ενδίδουν καθόλου. Η ιδέα υποβάλλεται ολοκάθαρα από τον ίδιο τον Θουκυδίδη, όταν κάνει υπαινιγμό στο γεγονός ότι οι άνθρωποι αισθάνονται αδικημένοι (Ιν , 58: ἐλασσοῦσθαι). Και ο Ερμοκράτης αρχίζει υπενθυμίζοντας ότι εκπροσωπεί μίαν πολιτεία σημαντικότατη και η οποία δεν έχει υποφέρει ιδιαίτερα από τον πόλεμο. Αυτή η δήλωση, η οποία προφανώς έχει παραπλανήσει διάφορους αναγνώστες, επαναλαμβάνεται στο κεφάλαιο 64, 1 : πόλιν τήν μεγίστην παρεχόμενος. Δηλώνει ότι ο Ερμοκράτης δεν έχει τίποτα να κερδίσει από μια συμφιλίωση. Και όμως αποδέχεται συμφωνίες - μολονότι πρόκειται για συμφωνίες ανάμεσα σε Σικελιώτες -, γιατί ενεργεί εν ονόματι ενός συμφέροντος σαφούς και γενικού. Δεν επιθυμεί, όταν ένας κοινός κίνδυνος απειλεί, να παρασυρθεί από τη φιλοδοξία και το πνεύμα της φιλονικίας (64, Ι: φιλονικῶν): είναι πρόθυμος να υποχωρήσει (ἡσσᾶσθαι, επαναλαμβάνεται δύο φορές). Το συναίσθημα που θα μπορούσε να αντιτεθεί στη συμφιλίωση διαγράφεται, λοιπόν, με σαφήνεια.

Αντίθετα, το ίδιο το κείμενο της δημηγορίας - χωρίς να απαριθμήσουμε τα πλεονεκτήματα της ειρήνης, όπως στη δημηγορία που ο Τίμαιος απέδιδε στον ίδιο Ερμοκράτη και στην οποία ασκεί τόση αυστηρή κριτική ο Πολύβιος (ΧΙΙ, 25-28) - ανακαλεί, εντούτοις, ένα μόνο πράγμα, θεωρούμενο ως προφανές: η ειρήνη εξασφαλίζει καλύτερα και μάλιστα χωρίς κινδύνους και τα πλεονεκτήματα και τις τιμές (62, 2: τι ἀγαθόν... τάς τιμάς καί τάς λαμπρότητας): προβάλλονται, λοιπόν, εδώ, ενώπιον όλων, οι δύο στόχοι της φιλοδοξίας. Και, όπως στη δημηγορία των Λακεδαιμονίων, με αφορμή την Πύλο, η σύνεση δεν είναι παρά ένας τρόπος να διασφαλισθεί καλύτερα, χάρη σε έναν ελιγμό, η διατήρηση αυτού του διπλού στόχου.

Μπορούμε, λοιπόν , να πούμε ότι, στον Θουκυδίδη, οι ελληνικές πόλεις, όποιες και αν είναι, φαίνονται πάντα να κινούνται, σε μεγάλο μέρος, από μιαν επιθυμία της τιμής -αυτή η επιθυμία που παρουσιάζεται παράλληλη με τη φροντίδα των συγκεκριμένων πλεονεκτημάτων τους.

Δεν υπάρχει εδώ, άλλωστε, τίποτα που να μπορεί να προκαλέσει έκπληξη σε οποιονδήποτε που είναι εξοικειωμένος με τη λογοτεχνία της εποχής. Η επιθυμία της τιμής δεν είναι εδώ, πράγματι, καθόλου το προνόμιο μόνο των ηρώων που προέρχονται απο το έπος: ειναι ενα συναίσθημα που ο Ευριπίδης αποδίδει στην Aθήνα την οποία αναφέρει, και μάλιστα με την ίδια ευχαρίστηση όπως και ο Θουκυδίδης, για την πόλη της οποίας γράφει την ιστορία. Είναι ακόμη ένα συναίσθημα που ο Αριστοφάνης της αποδίδει για να την διακωμωδήσει. Αντίθετα, εκτιμούμε ότι είναι τόσο φυσιολογικό και ουσιαστικό που διάφορα κείμενα, ανάμεσα στα οποία δύο του Ευριπίδη, δε διστάζουν να το αποδώσουν στους θεούς τους ίδιους. Και όταν, στον Παλαμήδη του Γοργία, αναζητούμε ποια είναι τα συναισθήματα που θα μπορούσαν, εκ των προτέρων, να οδηγήσουν τον Παλαμήδη να επιτελέσει την πράξη που του προσάπτουν, το κείμενο αναγνωρίζει, με πολλή ακρίβεια, τα τρία σπουδαιότερα κίνητρα που επικαλούνται, στον Θουκυδίδη, οι πόλεις - δηλ. τη φροντίδα για το κέρδος ή την τιμή ή την ασφάλειά τους.

        Αυτά τα διάφορα τεκμnρια επιβάλλουν να μην αντιμετωπίσουμε επιπόλαια τις διάφορες παρατηρήσεις του Θουκυδίδη ή των αγορητών του για το ρόλο που διαδραματίζει η τιμή στον πόλεμο, γενικά, και στην επεκτατική πολιτική, ειδικά. γιατί τα κίνητρα, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, δεν είχαν πάντοτε για τους ανθρώπους της εποχής τον αυστηρά οικονομικό χαρακτήρα που φαίνεται συχνά να ισχύει σnμερα.

Αυτά τα ίδια τεκμήρια  μπορούν, από το άλλο μέρος, να μας διαφωτίσουν λίγο καλύτερα για τη φύση αυτού του συναισθnματος - κάτι που, μια και η σημασία του αναγνωρίσθηκε, προσλαμβάνει ένα νέο ενδιαφέρον.

Συνεπώς - θα το έχουμε παρατηρήσει στο χωρίο - τα κείμενα στα οποία ο Θουκυδίδης αναφέρει την τιμήν την παρουσιάζουν, ανάλογα με την περίπτωση, με μορφές αρκετά διαφορετικές: αυτές μπορούν να κυμαίνονται από τις πλέον συγκεκριμένες ενδείξεις σεβασμού, δηλ. τις πιο ευτελείς, ως τον πλέον ιδεαλιστικό ιδεαλισμό.

Η πρώτη μορφή μάς εμφανίζεται στην περίπτωση της Κορίνθου, με τα συνηθισμένα δώρα της, γέρα τα νομιζόμενα, και τα ερωτnματά της για τις απαρχές των θυσιών - που θυμίζουν αρκετά τις ανταμοιβές και τα προνόμια που απονέμονται στα άτομα, στον Ηρόδοτο. Και, σε τελευταία ανάλυοη, δεν είναι εκπληκτικό ότι αυτός ο ελληνικός λαός, από τον οποίο επιτελούνταν τόσα πράγματα, στον τομέα του αθλητισμού, αλλά επίσης και σ' αυτόν της πολιτικής και ιδιαίτερα της τέχνης, για στεφάνους, δεν είναι λιγότερο ευαίσθητος σ' αυτά τα εύσημα της τιμής στις σχέσεις μεταξύ πόλεων. Στον Θουκυδίδη φαίνεται ότι αυτή η άποψη της τιμής εκφράζεται, αρκετά φυσιολογικά, με τον πληθυντικό τιμαi. Και είναι γεγονός ότι ο αθηναϊκός επεκτατισμός, στα δύο πρώτα βιβλία του έργου, παραδέχεται ότι επιδιώκει αυτές τις τιμές. Η πρώτη δημηγορία του Περικλή υπενθυμίζει, έτσι, ότι για μια πολιτεία όπως και για ένα άτομο, οι πιο μεγάλοι κίνδυνοι εξασφαλίζουν τις πιο μεγάλες τιμές (1, 144, 3). όσον αφορά το τελευταίο, υπενθυμίζει ότι ο καθένας κατασκευάζει ένα σύνολο τιμών που οφείλoνται στην εκ της ηγεμονίας υπόληψη της πόλης, για την οποία υπερηφaνεύονταν περισσότερο από κάθε άλλο (ΙΙ, 63, 1 : τῷ τιμωμένῳ ἀπό τοῦ ἄρχειν, ᾧπερ ἅπαντες ἀγάλλεσθε), και ζητάει να μην αποφεύγουν τους κόπους, γιατί τότε και τις τιμές δεν πρέπει να επιδιώκουν (μή φεύγειν τούς πόνους ἤ μηδέ τάς τιμάς διώκειν). Ο τρόπος με τον οποίο εισάγονται αυτές οι ιδέες υπαγορεύει την επίκληση ενός συναισθnματος επίσημα και κοινά αποδεκτού. Και υπάρχει, εξάλλου, μια απήχηση αυτού που θα μπορούσε να αντιπροσωπεύεται στο κείμενο της Αθηναίων Πολιτείας του Ψευδοξενοφώντα, όπου ο συγγραφέας δείχνει πόσο κερδίζει ο δnμος με την εκδίκαση των υποθέσεων των συμμαχικών πόλεων στην Aθήνα: διαφορετικά, οι ξένοι θα τιμούσαν μόνο τους ανώτερους υπαλλnλους (δηλ. στρατηγούς, τριηράρχους και πρέσβεις) που είχαν επαφές με αυτές τις πόλεις (Ι, 18: ἐτίμων ἄν μόνους). Και σχολιάζει αυτή τη δnλωση περιγράφοντας τις λεπτές κολακείες που οι ξένοι οδηγούνται να πολλαπλασιάζουν προς τους αθηναίους δικαστές: αναγκάζονται να τους κολακεύουν, να σπεύδουν να τους συναντnσουν, να αρχίζουν τις χειραψίες (κολακεύειν, ἀντιβολῆσαι, ἐπιλαμβάνεσθαι τῆς χειρός). Η περιγραφή αυτής της τιμής δε στερείται προφανώς ειρωνείας, αλλά πολύ περισσότερο δε στερείται αληθείας. και μπορούμε να τη συγκρίνουμε με την αγαλλίαση που δείχνει ο γέρο Αθηναίος Φιλοκλέων, στους Σφήκες του Αριστοφάνη, με τη σκέψη όλων αυτών των ενδείξεων φιλοφρόνησης των οποίων ήταν το αντικείμενο - ανάμεσα στις οποίες επαναλαμβάνεται ότι οι αριστοκράτες τον πλησίαζαν τείνοντάς του το λεπτό τους χέρι (χεῖρα ἀπαλήv). Σε αυτό το λαό, τον κυριευμένο από τιμή, πρέπει, λοιπόν, να παραδεχθούμε ότι η ηγεμονία προσέφερε μικροχαρές υπερηφάνειας, που μπορεί να ήταν στα όρια του γελοίου, αλλά που αντανακλούσαν, με τρόπο συγκεκριμένο, την υψηλότερη χαράν περηφάνειας που συνδεόταν με την υπεροχή καθεαυτή. Οι εμπαιγμοί του ψευδο-Ξενοφώντα και του Αριστοφάνη παρέχουν ένα είδος γελοιογραφίας αυτής της αίσθησης των τιμών τις οποίες επικαλείται ο Περικλής.

Αλλά είναι προφανέστατο ότι, με την πιο αφηρημένη μορφή της, η τιμή δε συγχεόταν με τις απλές τιμές. Και έχουμε δει ότι ο ενικός είναι συνήθως συνδεδεμένος με

την πιο ιδεαλιστική εικόνα της δόξας. Η τιμή που επικαλούνταν οι Λακεδαιμόνιοι, κατά τη διάρκεια των γεγονότων της Πύλου, συνέδεε έτσι τιμήv καί δόξαν. Το ίδιο και αυτή που ο Βρασίδας ανέφερε στην Άκανθο, Αυτή που προσέφερε στη Σκιώνη αναμείγνυε, με ανάλογο τρόπο, τιμήv καί ἔπαινον. Και αυτή που επεκαλείτο ο Ερμοκράτης ανεμείγνυε τιμάς καί λαμπρότητας.

Αυτή η συνένωση μας προκαλεί να διερωτηθούμε τι συμβαίνει όταν εξαφανίζονται οι τιμές. Με διαφορετική διατύπωση, υφίσταται μία τιμή των πόλεων που δεν συνδέεται με τις τιμές, και αυτή η τιμή παρεμβάλλεται στο έργο του Θουκυδίδη;

Η περίπτωση των Ακανθίων, που δεν μιπoρoύν να επιτύχουν παρά μόνο την ελευθερία τους, υποβάλλει ήδη μιαν απάντηση καταφατική, και η ίδια η ιστορία του πολέμου επιτρέπει να κατανoήσoυμε τον τρόπο με τον οποίο, στην περίπτωση της Ακάνθου, κατευθύνεται κανείς προς αυτή την κατάσταση.

Το βλέπουμε ιδιαίτερα στο τέλος του 7ου βιβλίου, όταν αρχίζει να διαφαίνεται η καταστροφή της εκστρατείας.

Καταρχήν, η αλλαγή της κατάστασης αντανακλάται στη χροιά των ενθαρρύνσεων του Νικία πριν από την τελευταία μάχη. Γιατί, ενώπιον του κινδύνου, εξαίρει μια θέρμη που φαίνεται να στοχεύει σε πραγματικότητες τουλάχιστον εξίσου ηθικές, όσο και υλικές. Για τους ναύτες που δεν είναι Αθηναίοι, είναι η ευχαρίστηση να θεωρούνται σχεδόν Αθηναίοι (ΥΙΙ, 63, 3: τήν ἡδονήν,  ἐθαυμάζεοθε), και αυτό το συναίσθημα τίθεται παράλληλα με το πλεονέκτημα να μην ανησυχούν, γιατί τα δικαιώματα είναι εξασφαλισμένα, και να μην πτοούνται από τις ατυχίες. Για τους Αθηναίους, πρόκειται και για τα δύο να επιβιώσουν και να διασώσουνν, όχι μόνο την τιμήv της Αθήνας, αλλά τό μέγα ὄνομα τῶν Αθηνῶν. Βεβαίως, ο Νικίας πιστεύει ακόμη ότι είναι δυνατό να αποκαταστήσει τα πράγματα. θα το πιστεύει ακόμη και μετά τη μάχη, όταν θα καλέσει τους Αθηναίους, με μιαν έκφραση πολύ έντονη, να επανορθώσουν, - πάρολο ότι τώρα έχει μειωθεί, τη μεγάλη δύναμη της πολιτείας τους (καίπερ πεπτωκυῖαν). Αλλά η λέξη ὄνομα ηχεί ήδη ιδεαλιστικά με ξεχωριστό τρόπο και οι φόβοι, που είχε εκφράσει ο Νικίας πριν από την εκστρατεία, καθώς και η συναίσθηση που είχε για τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας ήττας, προσδίνουν σ' αυτή την αντικατάσταση της λέξης τιμή από τη λέξη όνομα αξία ακόμη πιο αποκαλυπτική.

Το ίδιο και η διήγηση δείχνει ότι η Αθήνα χάνει, στη Σικελία, όχι μόνο τη φήμη της αήττητης δύναμης που συγκρατούσε τους υποτελείς της σε υπακοή, αλλά το ίδιο το γόητρό της, δηλ. μίαν από τις όψεις της τιμής της. Η λαμπρότης, οπωσδήποτε, αλλάζει πεδίο. Η αναχώρηση για τη Σικελία περιβαλλόταν από μιαν αλησμόνητη λάμψη (VΙ, 31 : τόλμης τε θάμβει καί ὄψεως λαμπρότητι περιβόητος), η λαμπρότης περνάει, με την ήττα, στους Συρακούσιους, γιατί ήταν εδώ, λέει ο Θουκυδίδης, το κατόρθωμα (έργον) για τους νικητές νίκη περίλαμπρη, για τους νικημένους τρομερή καταστροφή (VΙΙ, 87, 5: (τοῖς τε κρατήσασι λαμπρότατον καί τοῖς διαφθαρεῖσι δυστυχέστατον). Πράγματι, από αυτό το συμβάν οι Αθηναίοι υποφέρουν περισσότερο: σκέφτονταν με πόση λαμπρότητα και πόση υπερηφάνεια είχαν αρχίσει, για να καταλήξουν σε τέτοιο αποτέλεσμα και σε τέτοια ταπείνωση! Ποτέ άλλοτε δεν είχε συμβεί σε ελληνικό στρατό τόσο μεγάλη μεταστροφή της τύχης, γιατί ενώ είχαν πάει να υποδουλώσουν τους άλλους, τώρα έφευγαν με το φόβο μήπως οι ίδιοι υποδουλωθούν... (VΙΙ, 75, 6- 7: πό οἵας λαμπρότητος καί αὐχήματος τοῦ πρώτου ἐς οἵαν τελευτήv καί ταπεινότητα ἀφῖκτο...).

Από τη μια μεριά η απώλεια της τιμής, και από την άλλη η απώλεια της λαμπρότητας, τι απομένει, λοιπόν, επιπλέον; Μένει κάποιο πράγμα πιο ιδεαλιστικό ακόμη, μένει η φήμη με την άφθαρτη μορφή της: μένει η δόξα. Και ο Θουκυδίδης επιφύλαξε στον Περικλή τη φροντίδα να την επικαλεσθεί στους δύο τελευταίους λόγους του. Εδώ, το αθηναϊκό γόητρο, που γίνεται δόξα, καθίσταται μαρτυρία για το μέλλον. Ο Επιτάφιος Λόγος αναφέρεται σ' αυτή την ιδέα κάνοντας λόγο για τους νεκρούς που έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο. Πρόκειται για ό,τι θα ειπωθεί για αυτούς και για τη δόξα τους, εδώ, τη στιγμή όπου τους βρήκε το χτύπημα της μοίρας που δεν ήταν γι , αυτούς στιγμή φόβου αλλά δόξας, (ΙΙ, 42, 2: ο λόγος, 4: ἅμα ἀκμῇ δόξης), για τον αθάνατο έπαινο που τους έλαχε (43, 2: ἡ δόξα αὐτῶν... ἀείμνηστος καταλείπεται). Τέλος, για την ανάμνησή τους που θα τους κρατάει αιώνιους, άγραφη μένει ζωηρότερη μέσα στις ψυχές περισσότερο για την ανδρεία τους παρά για το έργο που έκαναν (43, 3: μνήμη). Λοιπόν, από μια συγκυρία πολύ αποκαλυπτική, τα ίδια θέματα ακριβώς επαναλαμβάνονται στον επίλογο του τελευταίου λόγου, αλλά, αυτή τη φορά, προς τιμή της Αθήνας (ΙΙ, 64, 3-6). Ο Περικλής αρχίζει επικαλούμενος - όπως ο Νικίας στη Σικελία - το μεγάλο όνομα της Αθήνας (ὄνομα μέγιστον), αλλά προσθέτει, ευθύς αμέσως, ότι ακόμη και αν η αθηναϊκή δύναμη γνώριζε μια μέρα την παρακμή - γιατί τα πάντα, από τη φύση τους, είναι υποκείμενα στην παρακμή, κάποια μέρα -, θα παρέμενε αυτή η μεταθανάτια δόξα, η μνήμη, αυτή η ίδια που ανέμενε τους νεκρούς του Επιταφίου Λόγου. Εξάλλου, το Αθnναϊκό ιδεώδες, που καθορίσθηκε τότε από τον Περικλή, ενώνει σ' ένα σύνολο, άρρnκτα συγκροτnμένο, με ένα μόνο συνδετικό στοιχείο, τα μόρια τε.., καί, αυτές τις δύο όψεις της τιμής, που προεκτείνονται η μία στην άλλη, δηλ, τη λαμπρότητα για το παρόν και τη δόξα για το μέλλον (64, 5: ἡ δέ παραυτίκα τε λαμπρότης καί ἐς τό ἔπειτα δόξα) και το καθορισμένο αυτό σύνολο, έκτοτε, επιβιώνει με τηv ίδια μορφή, αντίστοιχη με η δόξα των νεκρών του Επιταφίου Λόγου: ἀείμνηστος καταλείπεται.

Μια τέτοια φροντίδα για τη δόξα δεν είχε, βέβαια, αλλάξει σημείο αναφοράς, όταν μιλούσε ο Περικλής, Χωρίς να κάνουμε λόγο για μέτρα ειρηνικού επεκτατισμού, για τα οποία τα κείμενα παραμένουν αρκετά πενιχρά, δεν μπορούμε να σκεφθούμε αυτή τη μεγαλειώδη επιχείρηση, για να φτάσουμε ως τη μνήμη των μελλοντικών γενεών, που ήταν η ανέγερση των μνημείων τnς Ακρόπολης; Ο Πλούταρχος δεν ήταν μάρτυρας μιας τέτοιας πρόθεσης όταν βάζει τον Περικλή να εξηγεί ότι από το έργο του θα προέλθει διπλό αποτέλεσμα, που συνενώνει το άμεσο συμφέρον και τηv αιώνια δόξα: δόξα μέν γενομένων ἀϊδιος, εὐπορία δέ γιγνομένων ἑτοίμη; Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι αυτή η όψη της τιμής απαντάται, στο έργο του Θουκυδίδn, σε αυτό το σnμείο μόνο και σε κανένα άλλο.

Μπορούμε, άλλωστε, να προσθέσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο το θέμα παρουσιάζεται θα μπορούσε εξίσου καλά να οφείλει κάτι στη χρονολογία συγγραφής του λόγου ή αυτού του τμήματος του λόγου, Γιατί, αν ήταν δυνατό να αποδείξουμε ότι η υπόθεση κυρίως του τέλους της ηγεμονίας θα υπέβαλε, για αυτό το χωρίο, μια χρονολογία συγγραφής μεταγενέστερη του 404, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η εντύπωση ενισχύεται ολοκάθαρα από το ίδιο το περιεχόμενο της ανάλυσης, που αποτελεί ένα είδος επιταφίου λόγου για τηv Αθήνα, παράλληλη με τον αντίστοιχο των νεκρών, και καθησυχάζει, κατά κάποιο τρόπο, αυτούς που η ίδια η ιστορία τnς Αθηναϊκής τιμής θα τους καθιστούσε αυστnρούς και ανικανοποίητους. Αν αυτή η εντύπωση ήταν ακριβής, θα συναντούσαμε εδώ το ίδιο φαινόμενο με το ανάλογο στο έργο του Δημοσθένη, όπου η τιμή απαντά με διάφορες μορφές, αλλά, όπου, μετά τηv ήττα, αναδύεται αιφνιδιαστικά, σε ένα χωρίο που είναι εμπνευσμένο κατευθείαν από τον Θουκυδίδη, ένα εγκώμιο παλλόμενο από αίγλη παρόλη τnv ήττα -δηλαδή από μια δόξα η οποία εξακολουθεί να υπάρχει.

Όπως και αν έχουν τα πράγματα, είναι φανερό ότι ο Θουκυδίδης δεν αρκείται στο να υπογραμμίσει, σε διάφορα σημεία, το ρόλο που διαδραματίζει η τιμή: από το ένα χωρίο στο άλλο, βλέπουμε ότι η λέξη ποικίλλει, μεταβάλλεται, προσδιορίζεται με ακρίβεια. Πράγματι, το λεξιλόγιο του Θουκυδίδη είναι με τόση επιμέλεια διαφοροποιημένο, ώστε η απλή εξέταση ενός θέματος προσλαμβάνει άνετα τη χροιά μιας απόδειξης: τίποτα δεν είναι ποτέ ασαφές, ούτε τυχαίο, από τnv επιλογή των λέξεων μέχρι τηv αντίστοιχη των μορίων που ορίζουν με ακρίβεια τις σχέσεις τους. Ο Πρόδικος είχε, λοιπόν, λόγους να είναι ικανοποιnμένος.

Αλλά, αν είναι αλήθεια ότι n τιμή μπορεί έτσι να μεταβάλλει τη φύση της και ότι αυτή η μεταβολή αντανακλά μιαν εξέλιξη στην ιστορία τnς αθηναϊκής πολιτικής, θα υπήρχε περιθώριο να διερωτηθούμε αν, στη διάρκεια αυτής της εξέλιξης, δεν μεταβάλλει επίσης σnμασία. Και σ' αυτό το σημείο ιδιαίτερα πρέπει περισσότερο να διερωτηθούμε αν υπάρχουν μέρη του λόγου απ' όπου το θέμα απουσιάζει.

Πράγματι, θα έχουμε, με βεβαιότnτα, παρατηρήσει ότι εκτός από τις ενθαρρύνσεις του Νικία, ο οποίος, σε μια κρίσιμη κατάσταση, κάνει επίκληση σε όλα τα δυνατά κίνητρα, τα διάφορα κείμενα που χρnσιμοποιούνται εδώ για να αποδείξουν τη σημασία του θέματος της τιμής ανήκαν, στο σύνολό τους, στα τέσσερα πρώτα βιβλία του θουκυδίδειου έργου.

Μπορούμε, όμως, να πούμε, αν επαναλάβουμε τηv εξέτασn, ότι έχουμε τηv εντύπωση πως θα δούμε, από το ένα παράδειγμα στο άλλο, τη σημασία της τιμής να ελαττώνεται βαθμηδόν. Στnν περίπτωση της Κορίνθου αποτελεί ένα αληθινό κίνητρο, που αναγνωρίζεται σαν τέτοιο από τον ιστορικό. Στnν περίπτωση της Mυτιλήνης πρόκειται ήδη για μια περίπτωση που θα έπρεπε να συγκρατήσει τους Μυτιληναίους, αλλά, στην πραγματικότητα, δεν τους έχει συγκρατήσει. 'Οσον αφορά τηv Πύλο, οι Λακεδαιμόνιοι επιμένουν στην τιμή, αλλά δεν εισακούγονται. Στnν περίπτωση της Ακάνθου, όταν τα λόγια του Βρασίδα φαίνονται πειστικά (88: ἐπαγωγά), η τιμή δεν επαναλαμβάνεται στην έκθεση των αληθινών κινήτρων που δίνεται από τον Θουκυδίδη.

Καλύτερα ακόμη: η διήγησn φαίνεται, πράγματι, να εξηγεί αυτή τη βαθμιαία εξάλειψη της τιμής.

Ήδn, στην περίπτωση της Κορίνθου, αν η τιμή διαδραμάτιζε κάποιο ρόλο στους στόχους αυτής της πόλης, η Αθήνα, η ίδια, δε θα θορυβείτο παρά μόνο από τις απαιτήσεις του πολέμου που προαναγγελλόταν (1, 44, 2: ἐδόκει γάρ πρός Πελοποννησίους πόλεμος καί ὡς ἔσεσθαι αὐτοῖς). Η Μυτιλήνη ήταν πέραν των τιμών που της αποδίδονταν, εξαιτίας των απαιτήσεων μιας ολοένα πιο απειλητικής κατάστασης, της οποίας ανέλυε επί μακρόν τηv ανάπτυξη και τις προοπτικές. Οι Ακάνθιοι έδιναν σημασία λιγότερο στην τιμή παρά στις απαιτήσεις τnς περίστασης, δηλ. στο φόβο για τη συγκομιδή τους (IV, 88: περί τοῦ καρποῦ φόβῳ) και στnν ελπίδα μιας ασφάλειας που τους υποσχόταν ο Βρασίδας. Τελικά και κυρίως ο Ερμοκράτης εξηγούσε γιατί δεν ήταν η ώρα να φιλονικούν για τηv πρωτοκαθεδρία: οι απαιτήσεις που απέρρεαν από τηv Αθnναϊκή απειλή (IV, 60, 1 : ἐπιβουλευομένην τήν πᾶσαν Σικελίαν) επέβαλλαν να αναβάλουν τις διεκδικήσεις για αργότερα: όταν η Σικελία θα ήταν ελεύθερn, θα μπορούσαν να τις επαναλάβουν (64, 3).

Στnν περίπτωση πόλεων διαφορετικών από τηv Αθήνα, τα πάντα, λοιπόν, συμβαίνουν σαν μια επείγουσα κατάσταση να επέβαλλε τον περιορισμό. σε πίσω πλάνο, του πιο ανιδιοτελούς κινήτρου απ' όσα επικαλούνταν γενικά, δηλ. της τιμής, ώστε να διατηρούν μόνο το πιο επιτακτικό, δηλ, την ἀσφάλειαν. Πρέπει να νιώθουμε έκπληξη γι' αυτό; Ο Θουκυδίδης ο ίδιος είπε: Ο πόλεμος είναι ένας βίαιος διδάσκαλος, ο οποίος  εναρμονίζει γενικά το συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων με τις συνθήκες που επικρατούν (ΙΙΙ, 82, 2).

Αυτή η εξήγηση που αναδύεται με τόση σαφήνεια από το έργο ισχύει το ίδιο για την Aθήνα; Γιατί φαίνεται ότι και για αυτήν η τιμή υποχωρεί στο έργo του Θουκυδίδη.

Δεν μπορούμε καθόλου να χρησιμοποιήσουμε  σαν απόδειξη, σ' αυτό το σημείο, την άρνηση των σπαρτιατικών τιμών, στη διάρκεια των γεγονότων της Πύλου, γιατί αυτή η άρνηση μπορεί να δημιουργήσει την επιθυμία μιας τιμής που δε διανέμεται. Αλλά το γεγονός είναι ότι, αν η τιμή αναφέρεται από τον Περικλή ως κίνητρο για να αρχίσουν τον πόλεμο (1, 144. 31), έπειτα για να τον συνεχίσουν (ΙΙ, 63, 1, 64, 3-6), αυτό δεν ισχύει στη συνέχεια και η τιμή δε μεσολαβεί για να δικαιολογήσει κανένα από τα Αθηναϊκά διαβήματα, ούτε καν εκείνα που επιβάλλονταν λιγότερο από τον πόλεμο. Δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο στο διάλογο Αθηναίων και Μηλίων. Και προπάντων, δεν μνημονεύεται ούτε μια φορά όταν πρόκειται να εξηγήσουν τους λόγους της επιχείρησης, όπου όμως, το κύρος θα έπρεπε να κατέχει θέση βαρύνουσα, εξαιτίας της απόφασης να εκστρατεύσουν για την κατάκτηση της Σικελίας. Ο Αλκιβιάδης εμμένει στη δυνατότητα της επιτυχίας και βεβαιώνει την ανάγκη επιδίωξης της επεκτατικής πολιτικής. Δεν κάνει λόγο, όμως για την τιμή. Ο Νικίας, το ίδιο, δεν κάνει λόγο γι' αυτήν και δεν αναφέρει, φυσικά, παρά μόνο τις δυσκολίες της επιχείρησης. Τελικά, κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας, ο Θουκυδίδης κάνει μνεία του πάθους που καταλαμβάνει τους ανθρώπους (VΙ, 24, 3: ἔρως) και ορίζει επακριβώς τις διάφορες μoρφές. Έστω, όμως, και αν πρόκειται για γέρους, για νέους, για το πλήθος η τιμή δεν εμφανίζεται, Το ίδιο κατά την αναχώρηση για την εκστρατεία, όταν η λαμπρότης βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, τα αισθήματα των παρευρισκομένων αναλύονται, αλλά η ιδέα για την απόκτηση του γοήτρου δεν εμφανίζεται ανάμεσά τους. Δε θα εμφανιστεί περισσότερο στην έκθεση που κάνει ο Αλκιβιάδης στη Σπάρτη για το μεγάλο σχέδιο της Αθηναϊκης κατάκτησης. (VI, 90).

Για να είμαστε ειλικρινείς, γίνεται λόγος εντούτοις για την τιμήν σ' αυτά τα βιβλία και σ αυτές τις δημηγορίες. Αλλά ας μην απατώμεθα : η τιμή που τίθεται υπό συζήτηση είναι σ αυτή την περίπτωση εκείνη των ατόμων, και ιδιαίτερα ακόμη εκείνη του Αλκιβιάδη. Φροντίζει να εξηγήσει ότι η ατομική του τιμή μπορεί να συνιστά ένα πλεονέκτημα για την πόλη. (VI. 16, 1: αυτό του προσδίδει δόξαν, αλλά στην πατρίδα και ὠφελίαν. VI, 16, 2: ό, τι αποτελεί, κατά την εκτίμησή του, τιμήν, κάνει να υποπτευόμαστε στην πράξη καί δύναμιν). Αυτή η αλλαγή της καταγραφής, που κάνει ώστε η τιμή της πόλης να διαδέχεται εκείνη των ατόμων, είναι, σίγουρα, αποκαλυπτική: φανερώνει την κρίση της πολιτικής συνείδησης που καταγγέλλει ο Θουκυδίδης ο ίδιος στην κριτική του στο 2ο βιβλίο (ΙΙ, 65), όταν εγκαλεί ότι, μετά τον Περικλή, επιδιώκουν τέτοιους στόχους που αν πετύχαιναν, θα προσεπόριζαν όφελος και τιμές σε άτομα (τιμή καί ὠφελία), αν όμως αποτύχαιναν, θα έβλαπταν την Αθήνα και τη διεξαγωγή του πολέμου. Χωρίς καμιά αμφιβολία, αυτή η εσωτερική εξέλιξη αποτελεί μιαν πρώτη εξήγηση για την εξαφάνιση της τιμής της Αθήνας, της οποίας το έργο αποτελεί μαρτυρία.

Εντούτοις, όμως, δεν είναι η μόνη. Και το φαινόμενο είναι πολύ γενικό για να εξηγηθεί παντού, και πριν απ όλα, με αυτή την κρίση της πολιτικής συνείδησης, Αντίθετα, η τιμή δεν είναι η μόνη υπό αμφισβήτηση. Και, αν σκεφτούμε, ιδιαίτερα, την εκστρατεία της Σικελίας, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το οικονομικό κίνητρο δεν είναι πιο ξεκάθαρα προσδιορισμένο: δεν παρεμβάλλεται παρά μόνο σε μία φράση σχετική με τον όχλο που ονειρεύεται πιθανούς μισθούς (VΙ, 24, 3: ἀργύριον οἴσειν...ἀίδιον μισθοφοράν). Φαίνεται, λοιπόν, ότι πρόκειται για μια συστηματική παράλειψη των κινήτρων, της οποίας το αποτέλεσμα είναι να ενισχύσει την εντύπωση ότι μόνο ένα είδος τυφλής ανάγκης ωθεί τους Αθηναίους προς τα εμπρός, γιατί είναι στρατευμένοι, με τρόπο αμετακίνητο, στο πλαίσιο μιας πολιτικής που δεν επιθυμούν πλέον.

Αυτό που ήταν, για τις πόλεις γενικά, η απαίτηση μιας ιδιαίτερης κατάστασης, γίνεται έτσι, για την Αθήνα, η απαίτηση, ίσως κάπως ευκολότερα αποδεκτής, μιας κατάστασης πολύ γενικής, η οποία επιβάλλει στην πόλη - κυρία μιας ηγεμονίας - να σκληρύνει και να εξαπλώσει ή να επιχειρήσει να εξαπλώσει την εξουσία της. Αυτό εδώ το κίνητρο, πράγματι, ήταν ήδη επισημασμένο από τον Περικλή. Και τοποθετείται με έμφαση στην πρώτη θέση τόσο από τους Αθηναίους της Μήλου, όσο και από τον Αλκιβιάδη, όποια και αν είναι, στο σημείο αυτό, η σκέψη του Θουκυδίδη, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τα Αθηναϊκά κίνητρα συμβάλλει ώστε να κάνει ανάγλυφη αυτή τη σκλήρυνση. Και τα πάντα διεξάγονται σαν η τιμή, που ήταν αρχικά αντικείμενο συγκεκριμένων και επιθυμητών ευχαριστήσεων, να εξαλείφεται λίγο - λίγο από την Αθηναϊκή πολιτική, ώστε να μην αποτελεί πια παρά ένα ερέθισμα αβέβαιο και συναισθηματικό σε περίοδο κρίσης - προτού να προσλάβει την τελευταία της μορφή, την πιο ιδεαλιστική, και της οποίας μόνο ο αθάνατος χαρακτήρας μπορούσε να αντισταθμίσει το θάνατο ακόμη και της ισχύος η οποία την είχε αρχικά ενσαρκώσει.

Αυτή η εξέλιξη, που δε φαίνεται να σημειώνεται με τόση σαφήνεια στην ιστορία του πολέμου, εκθέτει, κατά τη γνώμη μας, τη διαφορά η οποία φέρνει αντιμέτωπες τις δύο δικαιολογίες του επεκτατισμού που παραθέτουν μέσα στο έργο του ιστορικού οι αθηναίοι αγορητές: εκείνη των Αθηναίων του 1ου βιβλίου και την αντίστοιχη του Εύφημου στο 6ο βιβλίο.

Οι Αθηναίοι, στο 1ο βιβλίο, είναι υπερήφανοι για την υπεροχή της Aθήνας. Υπήρξαν οι πρώτοι που έθεσαν τον εαυτό τους σε κίνδυνο εναντίον των βαρβάρων (73, 4: προκινδυνεῦσαι): επέδειξαν αρετές ανώτερες από όλους, συνεισέφεραν στο ναυτικό σπουδαιότατα πράγματα, τα περισσότερα καράβια, τον καλύτερο στρατηγό και τη μεγάλη τόλμη (74, 1: ὠφελιμώτατα - πλεῖστον - ξυνετώτατον - ἀοκνοτάτην - τολμηροτάτην). 'Εκτοτε, είναι φυσικό να προώθησαν τα πλεονεκτnματά τους και να ανέπτυξαν την υπεροχή τους, κάτω από την πίεση, στην αρχή από φόβο, έπειτα για  την τιμή και αργότερα για το συμφέρον (75, 2: μάλιστα μέν ὑπό δέους, ἔπειτα καί τιμῆς, ὕστερον καί ὠφελίας). Και η ασφάλεια δεν τους επέτρεπε πια, από τη στιγμή που γινόταν στόχος του μίσους της πλειοψηφίας και της υπολανθάνουσας εχθρότητας της Σπάρτης, να την εγκαταλείψουν (οὐκσφαλές ἔτι). Εχουμε εδώ τέσσερα κίνητρα με ακρίβεια προσδιορισμένα - τα οποία ταιριάζουν απόλυτα με αυτά που εξετάζει ο Παλαμήδης.

Χωρίς να εισέλθουμε εδώ στις λεπτομέρειες της διάταξης που είναι συγχρόνως λογικn και χρονολογική και η οποία εγκαθίσταται ανάμεσα σε αυτά τα διάφορα κίνητρα, μπορούμε τουλάχιστο να παρατηρήσουμε ότι τα τρία συναισθήματα, που αναφέρονται πλάι - πλάι, επαναλαμβάνονται λίγο πιο κάτω, στο κεφάλαιο 76, 2 του 1ου βιβλίου, αλλά με διαφορετική σειρά. Οι Αθηναίοι επαναλαμβάνουν, πράγματι, ότι δεν έχουν διαπράξει τίποτα που να απομακρύνεται από τον ανθρώπινο τρόπο δράσης, αποδεχόμενοι μιαν ηγεμονία που τους είχε προσφερθεί και αρνούμενοι να την εγκαταλείψουν, κινούμενοι κάτω από την πίεση αυτών των ισχυρών ελατηρίων, όπως: η δόξα, ο φόβος και το όφελος (τιμῆς καί δέους καί ὠφελίας). Aυτή η τροποποίηση είναι σαφής και μελετημένη. Πράγματι, δε θα μπορούσε να προκαλέσει έκπληξη. Ο φόβος - δέος - είναι η πρώτη εξήγηση από ιστορική άποψη (είτε πρόκειται για το φόβο του βαρβάρου, όπως οι ακροατές πρέπει κανονικά να σκεφτoύν και όπως το αναφέρει ο Gomme, στο οικείο χωρίο, είτε πρόκειται για το φόβο της Σπάρτης, όπως θα το βεβαιώσει ο Εύφημος, στο 2ο βιβλίο). Αντίθετα, η τιμή, η οποία πολύ γρnγορα αναμειγνύεται στην υπόθεση, προηγείται σε λίγο και συνεχίζει την πορεία της με βάση αυτόν τον πρώτο στόχο. Επιπλέον, προσφέρει την πιο κομψή δικαιολογία, αφού κάνει επίκληση σε ένα συναίσθημα συνάμα σταθερό για τους Έλληνες και σχετικά ανιδιοτελές. Η θέση της τιμής στην πρώτη θέση είναι, λοιπόν, διπλά κατανοητή, και η ακρίβεια του Θουκυδίδη για μιαν ακόμη φορά επικυρωμένη.

Aυτή, όμως, η ακρίβεια κάνει πιο ανάγλυφη την αντίθεση η οποία αποκαθίσταται με τη δημηγορία του Εύφημου. Εδώ, πράγματι, επισημαίνεται με επιμονή η προσφυγή σε άλλα κίνητρα εκτός της τιμής, δηλ. ἀσφάλεια - δέος - και από το άλλο μέρος ὠφελία. Αλλά είναι τα δύο μόνο.

Το κίνητρο της ασφάλειας παίρνει, αυτή τη φορά, τη μορφή της ασφάλειας έναντι της Σπάρτης. Η Aθήνα θέλει, το λιγότερο δυνατό, να υποταχθεί στη Σπάρτη (VI, 82, 2). Η Σπάρτη υπάρχει κίνδυνος να υποτάξει τους λαούς (82, 3). Αν η Aθήνα πήρε την ηγεμονία από φόβο δέος - (83, 4), αυτός ο φόβος προέρχεται από τη Σπάρτη. Ειναι φανερό ότι ο συλλογισμός έχει κατάλληλα ανασκευαστεί ώστε να επιτρέπει μια δυναμικn σύγκριση με την Αθηναϊκή δράση στη Σικελία. Αλλά το κίνητρο που αναφέρεται δεν είναι λιγότερο της ίδιας φύσης, και, προς επίρρωση, σημειώνουμε λέξεις, όπως: σωτηρίαν καί ασφαλείας (83, 2), έπειτα  δέος καί σφαλῶς (83, 4).

Αλλά η ασφάλεια, αν την προετοιμάζουμε μακροπρόθεσμα, υποβάλλει ένα σχέδιο συμφέροντος. Και το κίνητρο της ὠφελείας σημειώνεται επίσης έντονα - όταν διαβάζουμε, στο 84, 3: ξύμφορος, στο 85, 1: ξυμφέρον, έπειτα ὠφελεία, με το 85, 2: χρήσιμοι, και το συμπέρασμα της ανάπτυξης ενώνει, στο 85, 3, το λυσιτελοῦν με το  δέος.

Οσον αφορά την τιμήv, δεν γίνεται πια  λόγος. Και, ίσως, η τιμή δε θα μπορούσε να δώσει μια εξήγηση πολύ καθησυχαστική, γιατί θα προϋπέθετε την ύπαρξη αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ως συναίσθημα επεκτατικό. Ακόμη, θα μπορούσαμε να κάνουμε υπαινιγμό σ' αυτό, να πούμε, για παράδειγμα, ότι η ηγεμονία θα ήταν προορισμένη περισσότερο ακόμη για την ασφάλεια παρά για την τιμήv, ή ακόμη ότι η τιμή της Αθήνας, τόσο καλά δικαιολογημένη από τη νόμιμη δράση της στην Ελλάδα την ίδια, δε θα μπορούσε παρά να κλονισθεί, αν επιχειρnσεις που επιδέχονταν κριτική έβλαπταν τη δόξα της. Αντί γι αυτό, όμως, ούτε μία λέξη.

Μας φαίνεται, λοιπόν, δύσκολο να πιστέψουμε την άποψη του Μ. Strasburger ότι δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται ο επεκτατισμός σ' αυτά τα δύο κείμενα. Ο συγκεκριμένoς συγγραφέας επισημαίνει, όντως, πάρα πολλούς παραλληλισμούς ανάμεσα στο ένα κείμενο και στο άλλο, και έχει δίκιο να το επιχειρεί. Αλλά αυτοί οι ίδιοι παραλληλισμοί κάνουν εμφανείς τις διαφορές, οι οποίες δεν είναι λιγότερο πραγματικές. Και μπορούμε τώρα να προσθέσουμε ότι η μελέτη του ρόλου της τιμής, στο σύνολο του Θουκυδίδειου έργου, επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται, κατά περίπτωση, για μια απλή διαφορά συγκυριών ή τύχης, αλλά για ένα μετασχηματισμό που τον μαρτυρεί όλη η ιστορία του πολέμου.

Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι, στον τομιέα της τιμής, το έργο του Θουκυδίδη προσφέρει τον πίνακα ενός διπλού μετασχηματισμού - έναν που τείνει να εξαλείψει την τιμήv μπροστά στις απαιτήσεις που γεννώνται από την κατάσταση, τον άλλο που τείνει να την εξάρει, ώστε να επανεμφανισθεί τουλάχιστο με μια μορφή τελείως ιδεαλιστική. Υπό μίαν έννοια, το έργο διαγράφει το θάνατο αυτού που θα μπορούσαμε να απoκαλέσoυμε τιμή πρωτόγονη. Ήδη, η Αθηναϊκή πολιτική, καθώς και εκείνη των ελληνικών πόλεων γενικά, είναι αυστηρά υλιστική. Και, όμως, ξαναβρίσκουμε, κυρίως στις ενέργειες και στους ανθρώπους της αρχής του πολέμου, τα ίχνη μιας πολιτικής ψυχολογίας ελεύθερα αγωνιστικής -, και ίσως παρόμοιας με αυτό που αποκαλέσαμε πολιτισμό εντροπής (Schame Culture) -όπου η τιμή διαδραματίζει ένα ρόλο που φαίνεται στους σύγχρονους λίγο παραπλαντιτικός.

Με ένα στοιχείο αρκετά αξιοπαρατήρητο, αυτός ο συνδυασμός αντιστοιχεί αρκετά καλά στα χαρακτηριστικά του έργου του Θουκυδίδη. Γιατί, ήδη, είναι ένα έργο σαφές, σύγχρονο, νεωτερικό, που επιδιώκει να ανακαλύψει τα γενικά αίτια και να καταστήσει τη συγγραφή  ωφέλιμη μάλλον παρά να εμμείνει στα ιδιαίτερα κατορθώματα, αυτά που τέρπουν ένα ακροατήριο. Δε γράφει πια, όπως ο Ηρόδοτος καυχάται ότι κάνει στην αρχή του έργου του, με σκοπό πρώτο να μη σβήσουν με τον καιρό και λησμονηθούν πράξεις (ἀκλέα) που έγιναν από ανθρώπους, έπει τα για να διατηρηθούν τα εξαιρετικά κατορθώματα, μεγάλα και θαυμαστά, τα οποία εξετέλεσαν άλλα οι 'Ελληνες και άλλα οι βάρβαροι. Ωστόσο, δεν είναι ακόμη καθόλου η ιστορία ενός σύγχρονου ύφους με την επιλογή του να διηγηθεί τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, γιατί ήταν μεγαλύτερος και σπουδαιότερος απ όλους τους παλαιότερους πολέμους, ἀξιολογώτατος τών προγεγενημένων (Ι, 1, 1), γιατί η αναταραχή που ακολουθεί υπήρξε μεγίστη δη (Ι, 2), και γιατί η στρατολόγηση των δυνάμεων ήταν σε σχέση με όσα προηγήθηκαν μείζων (1, 2Ι, 2). Η σύγχρονη ιστορία θα προσηλωνόταν, ευχαρίστως, στα οικονομικά γεγονότα, στις κανονικές συνθήκες, στις καθημερινές πραγματικότητες: η ιδέα της πρωτοκαθεδρίας ερεθίζει ακόμη, τόσο τον πολύ ρεαλιστή Θουκυδίδη, όσο και τα όχι λιγότερο ρεαλιστικά πρόσωπα που προβάλλει στην ιστορία του.