www.ekivolos.gr   

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.»

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

«Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού.» 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου»

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

 

ΘΟΥΚΥΔIΔΗΣ

 Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ

    ΚΑI Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ[1]

                                                                                                       του Γιώργου Σ. Δημητράκου

 

 Στους «Times» του Λονδίνου της 28.12.1991 δημοσιεύτηκε  άρθρο του Peter Stothard με τον τίτλο «Lessons from Athens» (Μαθήματα από την Αθήνα). Ο γενικόλογος αυτός τίτλος δα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος, αν δε συνοδεύονταν από το πορτραίτο του Θουκυδίδη και από έναν επεξηγηματικό υπότιτλο, που παρέπεμπε στην Αθήνα του Ε' π.Χ. αιώνα, ως πηγής έμπνευσης για την Αμερικανική πολιτική της λεγόμενης «νέας τάξης πραγμάτων» στον κόσμο. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό άρθρο αναδημοσιεύτηκε ολόκληρο στο περιοδικό «Ποντίκι» της 9.1.1992, σ. 30 με τον τίτλο: «Αναζητούν διέξοδο στο Θουκυδίδη», και αναλυτικότερα: «Οι Αμερικανοί εκπαιδευτικοί προσπαθούν να εξηγήσoυν στα παιδιά τη «νέα διεθνή τάξη». Τρεις μέρες αργότερα (12.1.1992) το ίδιο άρθρο αναδημοσιεύθηκε και στο Κυριακάτικο «Βήμα», σ. Β3/29, σε ελεύθερη μετάφραση των σπουδαιότερων μερών του και συνοπτική απόδοση των υπόλοιπων, χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό.

Κατά τον Στότχαρτ, αν η Κυβέρνηση του προέδρου Μπους κερδίσει τη μάχη των εκλογών που πρόκειται να διεξαχθoύν το χρόνο τούτο, ο Θου­κυδίδης, ο πατέρας της πολιτικής ιστορίας, όπως τον ονομάζει, θα εξασφαλίσει νέα παράταση ζωής στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Αυτή την εποχή, σημειώνει, ο ιστορικός του «Πελοποννησιακού πολέμου, που η oοξυδέρκεια του συνέβαλε στην κατανόηση του αμερικάνικου εμφύ­λιου πολέμου, του Β' Παγκόσμιου πολέμου και του ψυχρού πολέμου, ξαναμπαίνει στα Αμερικανικά σχολεία, για να επισημάνει τους ενδεχόμε­νους κινδύνους, που συνδέονται με τη «νέα τάξη πραγμάτων» στον κόσμο.

Στο άρθρο γίνεται αναφορά και στη γνώμη του Δρα Στάνλεϋ Μπέρ­στιν του Πανεπιστημίου της Πολιτείας Καλιφόρνια, σύμβουλου στη σύνταξη του νέου Διδακτικού Οδηγού του Υπουργείου Παιδείας, που έχει τον τίτλο «Ο χρυσός αιώνας της Ελλάδας». Σύμφωνα μ' αυτήν οι νέοι Αμερικανοί χρειάζονται μια γερή δόση Θουκυδίδη για να αντιμετωπίσουν την υπέρμετρη αισιoδoξία που διακατέχει τον εδώ κόσμο απέναντι στις νέες δημοκρατίες, που συναπάρτιζαν κάποτε τη Σοβιετική  Ενωση.

Ως πολιτικός ο κ. Μπους είναι αισιόδοξης, λέγει ο Δρ Μπέρστιν... Μπορεί να μπαίνουμε σε μια χρυσή εποχή. Πιθανότερη ωστόσο είναι μια αιματοβαμμένη εποχή. Το σχολικό πρόγραμμα πρέπει να κάνει περισσότερα, για να εξηγήσει το γιατί.

Ο Δρ Μπέρστιν επισημαίνει κατόπιν το πόσο εδεινοπάθησαν οι κλασι­κοί συγγραφείς στην Αμερική την τελευταία πενηνταετία. Όπως και στη Βρετανία έτσι και στην Αμερική η μελέτη τους θεωρήθηκε καθαρό χασομέ­ρι και υπόδεση μιας ελίτ κι ακόμη ότι ήταν δυσνόητοι και ότι περιείχαν και αντιλήψεις ρατσιστικές... Πάντως, τώρα, κάτω από την πίεση συντηρητι­κών εκπαιδευτικών, οι μαθητές από τα ένδεκά τους χρόνια δα έχουν την ευκαιρία να μάθουν με ακρίβεια για τις πρώτες μέρες της δημοκρατίας.

Στο άρθρο υπογραμμίζεται ότι κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου οι αναφορές στο Θουκυδίδη γίνονταν συχνότερα από τους πολιτικούς παρά από τους δασκάλους. Είχε γίνει πολύ της μόδας να εξομοιώνονται οι Ηνωμένες Πολιτείες με την Αθήνα και η Σοβιετική Ένωση με τη Σπάρτη. Δεν πάει πολύς καιρός που Αμερικανοί Γερουσιαστές δανείζονταν φρά­σεις από το έργο του Θουκυδίδη για να στηρίξουν τις αντιρρήσεις τους για την επιχείρηση «Καταιγίδα της Ερήμου»... ...θουκυδιδική επιχειρηματολογία χρησιμοποιούσε και ο υπουργός των Εξωτερικών Τζέιμς Μπέικερ στις διαπραγματεύσεις του με τη Σοβιετική, Ενωση υπογραμμίζοντας ότι εκείνο που ανάγκασε την Αθήνα και τη Σπάρτη να αρχίσουν την αλληλο­καταστροφική τους πάλη ήταν η αυξανόμενη δύναμη της μια πλευράς και ο φόβος που προκαλούσε στην άλλη. Συνεπώς μείωση των εξοπλισμών θα εμείωνε, κατά τη γνώμη του, τη δύναμη των σημερινών αντιπάλων και η περισσότερη διαφάνεια στη σοβιετική κοινωνία δα εμείωνε τους φόβους των Αμερικανών.

Ξαναγυρνώντας ο Δρ Πέτερ Στότχαρτ στο κύριο δέμα του υπογραμμί­ζει τη σημασία που έχει ο συνδυασμός κειμένων και οδηγιών, όπως τις έχουν συντάξει ο Δρ Μπέρστιν και οι συνεργάτες του για τους καθηγητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Οι επιλογές τους επικεντρώνονται σε ζητήματα με διαχρονική σημασία, όπως: δημοκρατία, πολιτική, διαπολιτειακές σχέσεις. Ένα από τα πιο κεντρικά κείμενα είναι ο περίφημος «Διάλογος Αθηναίων και Μηλίων» του Θουκυδίδη, η πιο κομψή, κατά τον αρθρογράφο, αιτιολόγηση σφαγής αθώων πολιτών σύμφωνα με τους κανό­νες του ορθού λόγου, και σίγουρα η πιο εντυπωσιακή έκφραση αμοραλισμού, που έχει ως τώρα διατυπωθεί στις διεθνείς σχέσεις.

Πριν αναφερθεί στη φάση εκείνη του Πελοποννησιακού πολέμου και στα γεγονότα, που προκάλεσαν το Διάλογο, ο Δρ Μπέρστιν υπενθυμίζει ότι ο μεγάλος Αθηναίος ιστορικός είναι εντελώς απαλλαγμένος αΠό υπο­κρισίες και αυτό αποτελεί μιαν αΠό τις πολλές αρετές του. Ας αποφεύγουν λοιπόν και οι Αμερικανοί τις υποκρισίες και τις ψευτοηθικολογίες για το μέλλον της τέως Σοβιετικής Αυτοκρατορίας, παρατηρεί. Η επιγραμμα­τική μορφή του Διαλόγου δεν αφήνει κανένα περιθώριο για τέτοιες δυνατότητες. Οι Αθηναίοι χρειάζονται τη Μήλο για τις μελλοντικές τους επιχειρήσεις. Προσφέρουν κάδε είδους ανταλλάγματα για να πείσουν τους Μή­λιους να τους εκχωρήσουν το νησί τους. Ας αφήσουν κατά μέρος τα μεγά­λα λόγια "περί δικαίου" γιατί περί αυτού μόνο μεταξύ ισοδύναμων μπορεί να γίνει σοβαρός λόγος. Εκείνο που ισχύει είναι ότι οι δυνατοί επιτάσσουν και οι αδύνατοι υπακούουν. Με βάση τούτη τη λογική η δύναμη που διαθέτουν οι Αθηναίοι τους δίνει το δικαίωμα να κάνουν ό, τι θέλουν, αδιαφορώντας, αν η κατάληψη της Μήλου με τη βία των όπλων, η θανάτωση όλων των πολιτών και ο εξανδραπoδισμός των γυναικών και των παιδιών θα είχε αρνητικότατες επιπτώσεις στην υστεροφημία τους. Και ο Δρ Μπέρστιν καλεί τους Αμερικανούς μαθητές να εξηγήσoυν το ιστορικό αυτό γεγονός με τους ισχύοντες σήμερα κανόνες του Διεθνούς Δικαίου σημειώνοντας ακόμη ότι ο Θουκυδίδης θεωρούσε το έργο του ένα «κτῆμα ἐς ἀεί», ένα απόκτημα των ανθρώπων με παντοτινή ισχύ.

 

* * *

 

Δεν ξέρω, αν έχει τόση μορφωτική σημασία για τους μαθητές η εξήγη­ση της συγκλονιστικής περιπέτειας των Μηλίων με βάση τους ισχύοντας σήμερα κανόνες του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, όση θα είχε η εξήγηση ανάλογων περιπτώσεων που συμβαίνουν σήμερα με αύξoυσα συχνότητα και ένταση σ' όλα τα πλάτη και μήκη του πλανήτη μας, βασισμένη στη Θουκιδιδική διαλεκτική. Νομίζω ότι το μορφωτικό κέρδος του σημερινού μαθητή θα ήταν πολύ μεγαλύτερο, αν προσπαθούσε να εξηγήσει τις σύγχρονες, το ίδιο απρόκλητες, ετσιθελικές, δυναμικές επεμβάσεις γνωστών ιμπεριαλιστικών κύκλων εναντίον αθώων πολιτών μικρών ουδέτερων κρατών, όπως λ.χ. της Κύπρου και της Γρενάδας, με βάση την ερμηνευτική μέθοδο του μεγάλου αυτού πολιτικού στοχαστή. Αν η αναφορά στις δύο αυτές περιπτώσεις είναι αρκετή για να αποκαλυφθεί σ' όλη της την ωμό­τητα ο αιώνιος νόμος της βίας και η «λογική» του δίκαιου του ισχυρότερου, όπως ακριβώς την αποκρυπτογράφησε το πολιτικό δαιμόνιο του Θουκυδίδη, στο «Διάλογο των Μηλίων» (V 86-113), η επισήμανση των βαθύτερων αιτίων, που προκάλεσαν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο[i], είναι απαραίτητη για να oξύνει τον κριτικό στοχασμό των μαθητών ανοίγοντας βαθύτερες προοπτικές για γόνιμες συγκρίσεις του παρόντος με το ιστορικό παρελθόν.

Το γεγονός αυτό έχει από καθαρά μορφωτική άποψη εξαιρετική σημασία, επειδή η επισήμανση της επικαιρότητας του παρελθόντος δεν εντυπωσιάζει μόνο αλλά και ανοίγει νέους ορίζοντες στους μαθητές υπο­δείχνοντάς τους δοκιμασμένες μεθοδικές πορείες, για να καθορίζουν την αιτιακή σχέση που συνδέει γεγονότα και φαινόμενα μεμονωμένα σε ενό­τητες και ολότητες και να επισημαίνουν την ιδιαιτερότητα και τη διαχρο­νικότητά τους. Έτσι λ.χ. η κριτική θεώρηση με βάση το Θουκυδιδικό πολιτικό στοχασμό των δύο Παγκόσμιων πολέμων του αιώνα μας κάνει ολοφάνερη την ομοιότητά τους με τον Πελοποννησιακό, επειδή το κυρίαρχο πνεύμα, που διαποτίζει και τους τρεις, είναι το πνεύμα της κατακτη­τικής πολιτικής ή για να μεταχειριστώ τον νεότερο όρο του «ιμπεριαλισμού».

Το γεγονός αυτό επιβάλλει να μη ξεχάσουμε το  άρθρο του Πέτερ Στότχαρτ και τον κύριο στόχο του, την επισήμανση δηλ. της σπουδαίας μορφωτικής σημασίας του έργου του Θουκυδίδη, αυτού που έδωκε την πρώτη ώθηση να αναθυμηθούμε την αιώνια επικαιρότητά του. Δεν πρέπει να παρατρέξει κανείς τουλάχιστον τις δυο προτελευταίες του παραγράφους, όπως έκανε λ.χ. ο μεταφραστής του «Βήματος», που τις παρέκαμψε. Σ' αυτές τις παραγράφους ο Άλαν Μπλουμ διεκτραγωδούσε την εκπαι­δευτική αποτυχία της Αμερικής και μαζί κατέκρινε την απουσία αληθινής κλασικής παιδείας καταγγέλλοντας την επικέντρωση των σπουδών αυτών σε κάποια εξιδανικευμένα επιτεύγματα της Αθηναϊκής τέχνης. Στο «κλεί­σιμο του αμερικανικού μυαλού» - ένα κείμενο που ίσως, λέγει, επηρεάζει ακόμη το Υπουργείο Παιδείας του Μπους - ο Μπλουμ υποστηρίζει ότι η αθηναϊκή τέχνη ήταν πάντα υποχείρια στην πολιτική και ότι ο Θουκυδίδης δεν αφιερώνει το υπέρτατο εγκώμιό του στην τραγωδία και στη γλυπτική, αλλά στο αθηναϊκό κράτος και στη λαμπρότητα της «ιμπεριαλιστικής» του πολιτικής.

Το μήνυμα τούτο καθορίζει και το περιεχόμενο του νέου διδακτικού υλικού που αναφέρεται βασικά στην ορθότητα της πολιτικής. Με το κέντρισμα τούτο οι καθηγητές δεν καλούνται πια να επικεντρώσουν την προ­σοχή τους σε δέματα, όπως λ.χ. ο ρόλος των γυναικών και των δούλων στη δημιουργία της αθηναϊκής δόξας ούτε να ανοίξουν συζητήσεις γύρω από την ομορφιά της γλώσσας του Θουκυδίδη ή της αφηγηματικής του τέχνης. Ο Παρθενώνας εξετάζεται ως η πολιτική έκφραση μιας αναδυόμενης Δύναμης, που έτεινε να γίνει ακόμη πιο μεγάλη. Και ο Στότχαρτ κλείνει το, άρθρο του υπενθυμίζοντας ότι ο ίδιος ο Θουκυδίδης θεωρούσε το έργο του ένα «κτῆμα ἐς ἀεί» (θουκ. Ι. 22, 4), δηλαδή ένα απόκτημα αιώνιο της ανθρωπότητας.

 

* * *

 

Η αναφορά στο Θουκυδίδη, τον ιστορικό και πολιτικό στοχαστή, από τον Π. Στότχαρτ και τους άλλους και η αξιολόγηση του έργου του από τη σχολική-μορφωτική σκοπιά, δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η πιο εντυπωσιακή. Αν φυλλομετρήσει κανείς τη σχετική βιβλιογραφία, δα διαπιστώσει ότι και παλαιότερα, κυρίως όμως τον περασμένο αιώνα, έγιναν πολλές και ενδιαφέρουσες συζητήσεις γύρω από το δέμα, αν ο Θουκυδίδης μπορεί ή, γενικότερα, αν πρέπει να κατέχει μια δέση στον «κανόνα» των «σχολικών» συγγραφέων. Και είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι τον εξοβέλιζαν, ακόμη και από τα προγράμματα των Κλασικών Γυμνασίων, με το πρόσχημα ότι ο λόγος του ήταν υπερβολικά δύσκολος για τους μαθητές της Δευτεροβάθ­μιας Εκπαίδευσης. Αργότερα επικράτησαν λογικότερες απόψεις, γιατί θα ήταν τουλάχιστον παράξενο να αποκλείεται μ' αυτό το πρόσχημα ο Θουκυδίδης, τη στιγμή που οι μαθητές τα κατάφερναν με τις τραγωδίες, που τα κείμενά τους κάδε άλλο παρά ευκολότερα ήταν. Κι ακόμη, γιατί στο διδακτικό Προσωπικό οι θαυμαστές του μεγάλου ιστορικού δεν ήταν πια λιγότεροι από τους θαυμαστές των μεγάλων τραγικών.

Άλλωστε, από τότε που ο Fr. Wolfgang Ullrich έβαλε τα θεμέλια του «Θουκυδιδικού προβλήματος» και εφούντωσε στα κατοπινά 150 χρόνια ως τις μέρες μας η σχετική επιστημονική έρευνα, το έργο του ιστορικού φωτίστηκε σωστότερα και βαθύτερα, τόσο που ο σημερινός μελετητής να βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον αληθινό Θουκυδίδη, απ' ότι ήταν και αυ­τός ακόμη ο Διονύσιος Αλικαρνασέας, ο πιο ειδικός μελετητής του κατά την ελληνορωμαϊκή εποχή. Το πιο άμεσο και πιο δετικό αποτέλεσμα της εντατικής αυτής αναστροφής με το Θουκυδιδικό πρόβλημα ήταν η άνοδος της ασύγκριτης γοητείας του. Ο κατάλογος των θαυμαστών του, που αρχί­ζει με τα ονόματα του Ξενοφώντα και του Δημοσθένη, του Κικέρωνα και του Τάκιτου, του Ρωμαίου Θουκυδίδη, όπως τον είπαν, συμπληρώνεται στα νεότερα χρόνια και με τα ονόματα του περίφημου Φλωρεντίνου πολι­τικού Ν. Μακιαβέλλι και του ιστορικού Μακώλεϋ, του  Άγγλου Θουκυδίδη, του Χέγκελ και τόσων άλλων κι ανάμεσά τους και του Ελευθέριου Βενιζέλου που εκπόνησε και μια αξιόλογη μετάφρασή του. Εξαίρεση αποτελούν η ακατανόητη γνώμη του Διονύσιου του Αλικαρνασέα, ότι ο Θουκυδίδης καταπιάστηκε με ένα ιστορικό γεγονός, που δεν άξιζε τάχα τον κόπο, καθώς και η προκλητική άποψη του F. Μ. Cornford, που ισχυρί­στηκε ότι ο Αθηναίος ιστορικός χρησιμοποίησε απλώς μυθολογικές έννοι­ες για τον κόσμο, τις πράξεις και τα πάθη των ανθρώπων, όπως τις είχαν διαμορφώσει ήδη οι ποιητές.

Είναι αυτονόητο ότι δε χρειάζεται να ασχοληθώ με τους αυτόκλητους και αυτοσχέδιους σχολιαστές και «κριτικούς» του Θουκυδίδη, που συχνά­ πυκνά αναλαμβάνουν να αξιολογήσουν από τις στήλες του ημερήσιου και περιοδικού τύπου το έργο του, επειδή σχεδόν όλοι τους προσπαθούν περισσότερο να εντυπωσιάσουν με τις πρωτότυπες παραδοξολογίες τους παρά να παρουσιάσουν την ιστορική αλήθεια. Ωστόσο κατ' εξαίρεση θα αναφερθώ σ' ένα τέτοιο χαρακτηριστικό δημοσίευμα στο περιοδικό «Έψιλον θουκ. Ι  23. 6. "Τήν μέν γάρ ἀληθεστάτην πρόφασιν. ἀφανεστάτην δέ λόγῳ. τούς Ἀθηναί­ους ἡγοῦμαι μεγάλους γιγνομένους καί φόβον παρέχοντας τοῖς Λακεδαιμονίοις ἀναγκά­σαι ἐς το πολεμεῖν."  Επειδή αναφέρει και κάποιες λεπτομέρειες, που κάνουν ευκρινέστερους τους σκοπούς του περισπούδαστου Άρθρου του Στότχαρτ. Στο οκτασέλιδο αυτό συνονθύλευμά τους οι δύο ευφάνταστοι συγγραφείς του, Κ. Γιαννόπουλος και Τζ. Παντελής, εκμοντερνίζουν το Θουκυδίδη, προφανώς για να παρουσιάσουν πιο έκτυπη την επικαιρότητά του, τον βαφτίζουν μάλιστα σε ανταποκριτή της CNN στον πόλεμο του Κόλπου, που τον ταυτίζουν με τη Σικελική εκστρατεία των Αθηναίων, την Αθήνα του Πελοποννησιακού πολέμου με τις ΗΠΑ, τη Σπάρτη με τη Σοβιετική 'Ενωση, την Αθηναϊκή Συμμαχία με το ΝΑΤΟ. Και ο δημοσιογραφικός κομπιούτερ βγάζει τριάντα ακόμη αντιστοιχίες, όπου ο Μπους, ο Σβάρ­τσκοπφ, οι Σικελιώτες, οι Συρακούσιοι κ.ά, ταυτίζονται με τον Αλκιβιάδη, το Νικία, τους Παλαιστίνιους, τους Ιρακινούς κλπ. κλπ. ...Ωστόσο μετά τα παράδοξα τούτα και τα τερπνά ας αναφερθούμε και στις ενδιαφέρουσες επισημάνσεις τους: Ότι την «ωφελιμότητα» του έργου του Θουκυδίδη την «ανακάλυψαν» πρώτοι οι κορυφαίοι εκπρόσωποι του λεγόμενου «στρατι­ωτικο-βιομηχανικού» μπλοκ της Αμερικανικής Υπερδύναμης και ότι την αξιοποίησαν τα Στρατιωτικά της Επιτελεία. Ότι το πρώτο-πρώτο Κεφάλαιο στο μάθημα της Υψηλής Στρατηγικής, που διδάσκεται στην Ανώτερη Σχολή Πολέμου των ΗΠΑ, περιλαμβάνει την ιστορία του Πελοποννησια­κού πολέμου του Θουκυδίδη, και ακόμη ότι οι ειδικοί αναλυτές της σύγ­χρονης συγκυρίας προσφεύγουν στο ελληνικό παρελθόν για να αναζητή­σουν "εποικοδομητικές αναλογίες" και τέλος ότι με την επεξεργασία των ιστορικών γεγονότων, ανοίγοντας νέες προοπτικές και επιτυγχάνοντας αποδοτικότερες προσεγγίσεις, αναλύουν καλύτερα το παρόν και φωτί­ζουν εντονότερα το μέλλον. Θέλω ακόμη να σημειώσω ότι, πέρα από τα διασκεδαστικά αυτά γίνονται μεταξύ αστείου και σοβαρού στην επιφυλλίδα του «Ε» και κάποιες σωστές διαπιστώσεις ότι δηλ. και εδώ, στον τόπο μας, σπουδαίοι ιστορικοί, φιλόλογοι και πολιτικοί (αναφέρονται ονομαστικά ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Γιάννης Κακριδής και ο Ηλίας Ηλιού) έπιασαν σωστά τα μηνύματα και προβληματίστηκαν ιδιαίτερα πάνω στο θέμα της αιώνιας επικαιρότητας του πολιτικού στοχασμού του Θουκυδίδη.

 

Κάθε φορά που επαναλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι η αξία ενός ιστορικού έργου μετριέται προπάντων με το βαθμό της επικαιρότητάς του, επιστρατεύεται ως αποδεικτικό στοιχείο ο Θουκυδίδης και η αιώνια επικαιρό­τητα της ιστορίας του. Δεν ξέρω ως πιο σημείο μπορεί να αμφισβητήσει κανείς το κύρος του πιο πάνω ισχυρισμού. εγώ πάντως δεν έχω καμία αμφιβολία ότι εκείνο που εξασφάλισε ασύγκριτη γοητεία στο αθάνατο αυτό έργο ήταν μαζί με τις άλλες του αρετές και η διαχρονική του επικαιρότητα, αυτή που ανανεώνεται τόσο συχνά με οδυνηρή ένταση, όπως έγινε στις μέρες μας με τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Σχετικά αναφέρομαι στις συγκρίσεις ανάμεσα στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και στον Πελοποννησιακό, που έκαναν στην αρχή της δεκαετίας του '20 ο Ed. Meyer και ο αρχαιολόγος Deonna. Σημειώνω ότι οι σπουδαιότερες επι­σημάνσεις και του ενός και του άλλου αναφέρονται στην ομοιότητα του «καιρού» και στα αιώνια προβλήματα του πολιτικού ανθρώπου με τα ίδια αίτια και τα ίδια αποτελέσματα. Έτσι σύμφωνα μ' αυτά και στους δύο πολέμους έχουμε έναν «ιμπεριαλιστή-φιλοπόλεμο» και αντίπαλό του μια «ένωση ελευθέρων λαώv». Η τελική λύση και στις δύο περιπτώσεις δίνε­ται με την επέμβαση απ' έξω μιας μεγάλης δύναμης (Περσία -Αμερική) υπέρ των «ελευθέρων λαώv». Βέβαια πιο πάνω και από τη διαχρονική του επικαιρότητα ισχύει η γενικότερη αξία του έργου του, που ομιλεί άμεσα στην ψυχή και στη σκέψη των ανθρώπων όλων των εποχών ξεπερνώντας τους χωροχρονικούς φραγμούς. Κι ακόμη, επειδή μέσα στο έργο του ο μεγάλος Αθηναίος ιστορικός αποτυπώνει την πραγματική πολιτική ζωή μιας από τις σπουδαιότερες ιστορικές περιόδους της ανθρωπότητας και μάλιστα «sub specie aetemi,., όπως είπαν. Από τη σκοπιά του πολιτικού-ερμηνευτή καταφέρνει αναλύοντας ορισμένες βαθειά ανθρώπινες ανάγκες να εξηγήσει με τρόπο επιστημονικό το ιστορικό παρελθόν για να φωτίσει τις πολιτικές εξελίξεις του παρόντος και του μέλλοντος. 'Ετσι το έργο του Θουκυδίδη αποτέλεσε και στην αρχαιότητα και στα νεότερα χρόνια ακέ­νωτη πηγή πολιτικής σοφίας και διδαχής για την κοινωνικοπολιτική ζωή των ανθρώπων. Ρήτορες και ιστορικοί, θεωρητικοί και φιλόσοφοι, δημοσιολόγοι και πολιτικοί μίλησαν πάντοτε με σεβασμό για το βαθυστόχαστο δημιουργό και το ασύγκριτο έργο του αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του το άφταστο πρότυπο του ρήτορα και ιστορικού, του θεωρητικού και φιλόσοφου, του δημοσιολόγου και πολιτικού.

Με την πολυκύμαντη αυτή προϊστορία του και την αναμφισβήτητη μορφωτική του αξία η επαναφορά του Θουκυδίδη στο σχολικό προσκήνιο από τους θεωρητικούς της Αμερικανικής εκπαίδευσης δεν μπορεί ή μάλ­λον δεν επιτρέπεται να μας αφήσει αδιάφορους. Επειδή στις γενικές γραμμές ακολουθούμε την εκπαιδευτική πολιτική του λεγόμενου Δυτικού κόσμου, καθόλου δεν αποκλείεται μαζί με τ’ άλλα εκπαιδευτικά «εισαγό­μενα» να είναι και ο δικός τους Θουκυδίδης. Αν αυτό συμβεί, γεννιούνται αρκετές υποψίες και κάποια εύλογα ερωτήματα, επειδή η σχολική αξιο­ποίηση του από τους Αμερικανούς συνδέεται με τους πολιτικούς στόχους τους μέσα στα πλαίσια της «νέας τάξης πραγμάτων». Ας φροντίσουμε τέτοιες μηχανιστικές μεταφορές ξένων προτύπων, που θέλουν να εξυπη­ρετήσουν κάποιες σκοπιμότητες, να μην περάσουν στα σχολεία μας, επειδή κατά κανόνα παραποιούν την πραγματικότητα διαστρεβλώνοντας και παραχαράσσοντας την ιστορική αλήθεια, ή, στην καλύτερη περίπτωση, αποσιωπούν το ουσιώδες και προβάλλουν το επουσιώδες και το επιφανειακό.

Ας περάσουμε τώρα στα ερωτήματα, στα οποία μπορούν να αποκρυ­σταλλωθούν οι πιο πάνω αμφιβολίες και οι υποψίες μας: Σε ποιόν άραγε Θουκυδίδη απευθύνονται και ζητούν τη συμπαράσταση και τη βοήθειά του για την επιτυχία των μορφωτικών τους προγραμμάτων; Μήπως σ’ εκείνον, που ορισμένοι κριτικοί του τον θέλουν «υμνητή του δικαίου του ισχυρότερου» ή ακόμη χειρότερα «απολογητή του (Αθηναϊκού) ιμπεριαλι­σμού»; Οτι το όνομα του μεγάλου αυτού ιστορικού έχει στενά συνδεθεί με το πρόβλημα της δυναμικής επιβολής στην πολιτική ζωή των ανθρώ­πων είναι γνωστό. Το τεράστιο αυτό πρόβλημα, που βαρύνει και επηρεά­ζει αποφασιστικά την ιστορικοπολιτική εξέλιξη της Ελλάδας του Ε' π.Χ. αιώνα, έδωκε την αφορμή στους κυριότερους μελετητές και ερμηνευτές του έργου του Θουκυδίδη να καταλήξουν σε κάποια ερωτήματα αξιολο­γώντας την επίμονη ενασχόληση του ιστορικού με το σπουδαίο τούτο θέμα. Έτσι: ποιά ήταν γενικά η θέση του Αθηναίου ιστορικού και πολιτι­κού στοχαστή απέναντι στην τάση των ανθρώπων, ιδιαίτερα στον πολιτικό τους βίο, να επιβάλλουν στους άλλους την εξουσία τους; Μήπως ήταν πραγματικά θιασώτης της δυναμικής πολιτικής, ένας κήρυκας της δυναμι­κής επιβολής νιτσεϊκού τύπου; Ή μήπως ήθελε μόνο με την ωμή παρου­σίαση χαρακτηριστικών της εκδηλώσεων νακάνει τους πολιτικούς προσε­κτικότερους κατά την άσκηση της πολιτικής τους; Ή, τέλος, μήπως ήταν απλώς ένας αντικειμενικός και ψυχρός αναλυτής και ανατόμος, ένας γνή­σιος εκπρόσωπος της σύγχρονής του σοφιστικής επιστήμης, που βάλθηκε να εξονυχίσει φιλοσοφικά την παθολογία του σπουδαίου αυτού ιστορικο­πολιτικού φαινομένου:

Είναι φανερό ότι, χωρίς να δοθούν ικανοποιητικές απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα, δεν μπορεί και ο πιο ώριμος μαθητής να συλλάβει τη γιγαντιαία μορφή του πολιτικού αυτού στοχαστή και ιστορικού. Αυτού που επανεξετάζοντας το συνολικό γεγονός του 27χρονου πολέμου ex enen­tu, από τη σκοπιά δηλ. του 404, αξιολόγησε το πρόβλημα της Δύναμης όχι μόνο από τη στενή πολιτική αλλά και από την ευρύτερή του διάσταση, την αξιολογική και την ηθική. Πολύ φοβούμαι ότι αυτόν ακριβώς τον ώριμο Θουκυδίδη, τον έγκυρο και συνειδητό πολιτικό διαφωτιστή, που κατάφερε να εισχωρήσει από την επιφάνεια του «Πολέμου των Πελοποννησίων και Αθηναίων» ως τα απύθμενα βάθη της κοινωνικοπολιτικής ζωής των αvθρώπων και να επισημάνει τη σιδερένια νομοτέλειά της, θα τον εξοβελίσουν και πάλι από τα σχολικά προγράμματα.

'Οσο για τα δικά μας «Αναλυτικά προγράμματα» ποτέ δεν προέβλεψαν κάποια αναλυτική προσέγγιση του Θουκυδίδη, πού να επέτρεπε τη συ­ναγωγή ορισμένων χρήσιμων συμπερασμάτων. Έτσι ο συνάδελφος εξαντλούσε συνήθως το μάδημά του με αναλύσεις των γραμματικών και συ­ντακτικών του ιδιοτυπιών, χωρίς να αγγίξει την ουσία της ιστοριογραφίας του και την ασύγκριτη μορφωτική της αξία. Γιατί, αλήθεια, τι λογής Θουκυδίδη μπορεί κανείς να παρουσιάσει, αν δεν αναφερθεί στην «Αρχαιολο­γία» του και ιδιαίτερα στα περίφημα εκείνα κεφάλαια (Ι 21-23) για τη μέθοδό του, αν δεν ασχοληθεί με τους λόγους των Κοριvθίων και Αθηναί­ων στο Συνέδριο του 432 στη Σπάρτη (Ι 68-76) και δεν συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του τον τελευταίο λόγο του Περικλή μαζί με το χαρακτηρισμό του μεγάλου πολιτικού (II 60-65), όπου κοντά στα άλλα αιτιολογείται και η μεγάλη Αθηναϊκή Πολιτική του Ε' αιώνα. Κι ακόμη, αν δεν εμβαθύνει στα πολυσυζητημένα κεφάλαια ΙΙΙ 82-83, που αναφέρονται στην «παθολογία» του πολέμου, και στο «Διάλογο των Μηλίων», που καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια μια από τις ωμότερες πράξεις του «ιμπεριαλισμού»; Ή, τέλος, πώς θα ήταν δυνατό να μιλήσει κανείς για τις άλλες αρετές του έργου του Θουκυδίδη, αν δεν εύρισκε τρόπο να παρουσιάσει και κάποια ακόμη διαλεχτά αποσπάσματα από την περίτεχνη σύvθεση του Στ΄ και Ζ' βιβλίου του, που περιλαμβάνουν τη δραματική εξέλιξη της Σικελικής εκ­στρατείας των Αθηναίων και που ο μεγάλος , Άγγλος ιστορικός Macaulay τη χαρακτήρισε ως το «ne plus ultra of human art» (Macaulay an Ellis, 25.8.1835). Μόνο μ' αυτή την προεργασία μπορεί κανείς να παρουσιάσει και να κορυφώσει τη μορφωτική του εργασία στο σχολείο με τον Επιτάφιό του, το θαυμαστό αυτό και δίκαιο εγκώμιο που συνέταξε ο ολοκληρωμέ­νος πολιτικός στοχαστής του 404 για την πατρίδα του και το μεγάλο της πολιτικό, τον Περικλή, που πρώτος εχάραξε και προσπάθησε να πραγμα­τώσει μια σωστή πανελλήνια πολιτική.

 

* * *

 

Ως πολιτικός στοχαστής ο Θουκυδίδης δεν είναι βέβαια ο πρώτος. Ήδη από την εποχή της ελεγείας το πολιτικό πνεύμα διαποτίζει όλο και περισσότερο την αρχαιοελληνική μας γραμματεία. Από εκεί κι έπειτα ποι­ητές και ρήτορες, ιστορικοί και φιλόσοφοι παίρνουν δέση σε κάδε ευκαι­ρία απέναντι στα σύγχρονά τους πολιτικά ζητήματα με σκοπό να διαφω­τίσουν το λαό τους. Αυτό προσπαθούν να κάνουν και ο Σόλων και ο Αισχύλος και πολύ περισσότερο ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης, ο καθέ­νας με το δικό του τρόπο και από τη δική του πολιτική σκοπιά. Με τα προβλήματα της πολιτείας και της πολιτικής ασχολήθηκε προπάντων η σοφιστική και είναι κρίμα που χάθηκε σχεδόν στο σύνολό της η πλούσια δημοσιολογική της παραγωγή. Ακόμη και ο πολιτικός λίβελος δεν έλειψε, κι έχουμε ένα εξαίρετο δείγμα του είδους, τη ψευδοξενοφάνεια Αθηναίων Πολιτεία, μια χολιασμένη, πραγματολογική πάντως, κριτική από αριστοκρατική - συντηρητική βέβαια σκοπιά της μεγαλοπράγμονης Αθηναϊκής πολιτικής του Ε' αιώνα.

Στο είδος αυτό του πολιτικού στοχασμού και της εποικοδομητικής κριτικής υπερέχει καταφανώς ο Θουκυδίδης, όχι μόνο επειδή είναι ο πιο συνειδητός εκφραστής και ο πιο φιλοσοφημένος αναλυτής του πολιτικού πάθους, που χαρακτηρίζει την εποχή του, αλλά προπάντων -πράγμα που δηλώνεται ρητά στο κεφάλαιο Ι, 22, 3 του Προοιμίου του - επειδή κύριος στόχος του είναι να βοηθήσει τον πολιτικό του μέλλοντος να ασκεί σωστά το δύσκολο έργο του. Μ' αυτή μάλιστα την έννοια επίστευε ότι εχάριζε στους πολιτικούς όλων των αιώνων ένα «ες αεί» χρήσιμο όργανο για άσκη­ση ορθής πολιτικής, 12.

Για να μπορέσουν οι μαθητές μας ν' αντιληφθούν το τεράστιο βάρος της περήφανης αυτής δήλωσης του Θουκυδίδη είναι απαραίτητο να γνω­ρίσουν πρώτα τις προσωπικές του απόψεις για τη μέδοδό του, όπως καταγράφονται στο προοίμιο της Ιστορίας του (Ι, 1 και Ι, 20-23). Έτσι ευκολύνεται η πρόσβασή τους στο πρόβλημα της δυναμικής πολιτικής και του ρόλου της στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων, που το πραγματεύθηκε εξαντλητικά στα κομμάτια, στα οποία έχουμε ήδη παραπέμψει. Το πρόβλημα αυτό, που τόσο συχνά απασχολεί και τη σημερινή συγκυρία, εξετάζεται διεξοδικά και αμφίπλευρα για πρώτη φορά στα 432, στο Συνέδριο της Πελοποννησιακής Συμμαχίας στη Σπάρτη (Ι, 68- 76). Μέσα από τον αντίλογο Κορινθίων και Αθηναίων, όπου αναλύεται ιστορικά και ψυχολο­γικά η καταπληκτική εξέλιξη της Αθηναϊκής δύναμης, προβάλλει ορμητικά η αδάμαστη θέληση της Αθήνας, να θεμελιώσει το πρώτο πανελλήνιο κράτος. Εντυπωσιάζει ιδιαίτερα ο λόγος του Κορίνθιου εκπρόσωπου (Ι, 68-71). Παρά την ανοιχτή και εμπαθέστατη καταγγελία της δυναμικής πολιτικής των Αθηναίων, που δε γνωρίζει κανένα φραγμό κατά την επιδίωξη των στόχων της, δεν παύει ο λόγος τους να αποτελεί και την πιο δετική αξιολό­γησή της. Ο αντίλογος του Αθηναίου εκπρόσωπου επικεντρώνεται σε μια γερά θεμελιωμένη απολογία για το είδος τούτο της πολιτικής. Το τελικό μας καταστάλαγμα είναι ότι εδώ λόγος και αντίλογος συγκλίνοντας βαθμι­αία ισοζυγίζουν τόσο τέλεια θεωρία και πράξη, ώστε να συνάγονται γενικεύσεις, που ανοίγουν το δρόμο για μια φιλοσοφία της δύναμης. Το ξετύλιγμα περνά διαδοχικά μέσα από τις δύο επόμενες ενότητες, της εμφύλιας διαμάχης των Κερκυραίων (III 82-83) και του δραματικού «Διαλόγου των Μηλίων» (V 86-ΙΙ3) και τερματίζεται στον «Επιτάφιο» με μια καινούρια ανάλυση και μάλιστα από τη σκοπιά του 404 (ΙΙ 34-46, ιδιαίτερα στα Κεφ. 37-4Ι). Εδώ σε χτυπητή αντίθεση με τις «ιμπεριαλιστικές» δέσεις του Δια­λόγου κυριαρχεί μια άλλη ατμόσφαιρα, απόλυτα ανθρώπινη, όπου η δύ­ναμη χαλιναγωγείται από την «αρετή», τα ευγενικά δηλ. αισ6ήματα προς τους άλλους, παραχωρώντας τη δέση της σε αξίες, που θεμελιώνουν και στην εσωτερική ζωή του κράτους και στις διακρατικές σχέσεις τη δημο­κρατία και μαζί της την ελευθερία (ΙΙ 40, 4).

Κατά τη διαδρομή ο Θουκυδίδης παρακολουθώντας ως τα έσχατα την προβληματική της δυναμικής πολιτικής επισημαίνει ότι απέναντί της είναι ανίσχυρες οι οποιεσδήποτε επιφυλάξεις της λογικής και οι ηθικοί φραγμοί ή οι επιταγές του νόμου και ο φόβος των δεών. Ορισμένοι ερμηνευτές, και πρώτος απ’ όλους ο Nietzsche, θεωρούν τη θέληση τούτη για δυναμική επιβολή απότοκο της δικής της λογικής, που εκφράζει μια πραγματικότητα, κι όχι της «λογικής» γενικά, κι ακόμη λιγότερο της «ηθι­κής» ο γιατί πιστεύουν ότι για το Θουκυδίδη η τάση για δυναμική επιβολή με τη μορφή πρωτόγονης φυσικής δύναμης στοιχειοθετεί μια καινοφανή βασική αρχή ηθικής. ο Άλλοι πάλι, όπως ο Οttο Regenbogen, ξεκινώντας από την άποψη ότι ο Θουκυδίδης με το έργο του ήθελε προπάντων να διδάξει τους ανθρώπους, υποστηρίζουν ότι ο Αθηναίος ιστορικός δέχεται ότι ο ορθός λόγος μπορεί ως ένα σημείο να ελέγχει τη δυναμική αυτή εκδήλωση. Συνήθως τούτο συντελείται με έκκληση στη «σωφροσύνη» από υπεύθυνους πολιτικούς (Περικλής, Διόδοτος, Νικίας), όταν σε στιγμές πο­λιτικού παροξυσμού ο κίνδυνος να ανατραπεί η πορεία των πραγμάτων ή η ηθική τάξη είναι άμεσος. Υπάρχουν και άλλες ενδιαφέρουσες αποτιμή­σεις για τη σχέση δίκαιου και ηθικής με την έννοια της δύναμης, όπως και διαπιστώσεις ότι οι έννοιες αυτές, που συμπλέκονται σε πολλές περιπτώ­σεις με τη βασική έννοια της δύναμης, απασχόλησαν συχνά το στοχασμό του Θουκυδίδη όχι μόνο σε σχέση με το κεντρικό πρόβλημα της δύναμης, αλλά και καθευατές ως προβλήματα. Αυτό δείχνει ότι, μ' όλη τη βαρύτητα που έδινε στην έννοια της δύναμης κάνοντάς την κεντρικό φορέα της κοινωνικοπολιτικής διαμάχης, καθόλου δεν υποτιμούσε τη σημασία και των άλλων εννοιών, του δίκαιου, του λογικού και του ηθικού για την άσκη­ση ορθής πολιτικής σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε ορισμένοι μελετητές να μιλήσουν και για κάποια αντινομία.

 

* * *

 

Ο Θουκυδίδης σε αντίθεση τόσο με τον Ηρόδοτο όσο και με τους κατοπινούς του ιστορικούς έχει στο έργο του αφετηρία και τέρμα την πολιτεία, που την τελειότερή της μορφή ενσαρκώνει κατά τη γνώμη του η σύγχρονή του Αθηναϊκή Δημοκρατία. Σ’ αυτή, την Αθήνα δηλ. του Περι­κλή, ανδρώθηκε συμπληρώνοντας την πολιτική του κατάρτιση, όταν στο πνευματικό της στερέωμα μεσουρανούσε το λαμπρό άστρο της σοφιστικής. Ήταν τότε που οι μεγάλοι εκείνοι σοφιστές, οι πρώτοι «Μεγάλοι Διδάσκαλοι του Γένους», επισήμαναν τον αποφασιστικό ρόλο του ανθρώ­που στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες του αιώνα τους. Αυτός λοιπόν, ο άνθρωπος, ως πολιτική οντότητα και φορέας του πολιτικού γεγονότος, ο κυρίως υπεύθυνος των αποφασιστικών εξελίξεων στην πολιτική, ο πολυσύνθετος και δυναμικός, πέρασε βαθμιαία στο κέντρο του ενδιαφέροντός των και υψώθηκε σε μέτρο όλων των αξιών[2]. Οι ανθρωποκεντρικές έρευνες της σοφιστικής έφεραν στην επιφάνεια το «λόγο», το νέο παντοδύναμο "θεό". Έτσι ο κυριότερος στόχος της δραστηριότητας των σοφιστών έγινε η διδασκαλία της τέχνης του λόγου και η Αθήνα η αληθινή της πατρίδα. Αυτόν, το νέο θεό, το «λόγο», έρχεται να προσκυνή­σει στο πανελλήνιο αυτό «Πρυτανείο» της σοφίας, μαζί με την αρχοντική νεολαία από τα πέρατα του Ελληνισμού και ο Θουκυδίδης.

Από την επιβλητική αυτή κίνηση, που την παραλληλίζουν με το Δια­φωτισμό του ΙΗ' αιώνα, προέκυψε η ιδεολογία της Αθηναϊκής Δημοκρατί­ας του Περικλή, που ο κυριότερός της υμνητής είναι ο Θουκυδίδης. 'Όσο αναμφισβήτητες κι αν είναι οι επιδράσεις της Ιωνικής φυσικής φιλοσοφί­ας και ιδιαίτερα του Αναξαγόρα και των ατομικών, Λεύκιππου και Δημόκριτου, αποφασιστική ήταν για τη βιοθεωρητική και κοσμοθεωρητική του συγκρότηση η συμβολή της σοφιστικής. Γιατί από αυτή κυρίως πήρε το επιστημονικό πνεύμα, που τον βοήθησε να ερμηνεύσει με φιλοσοφική εμβρίθεια τη σύγχρονή του περίπλοκη πολιτική πραγματικότητα. Η ιδιαίτερη συμβολή του πολιτικού του στοχασμού ήταν ότι κατάφερε να αξιο­ποιήσει τα πορίσματα της σοφιστικής για την εξιχνίαση του ιστορικοπολι­τικού γεγονότος και μαζί να δώσει στο νέο αυτό πολιτικο - ιστοριογραφικό είδος τέλεια μορφή. Δεν έχουν καθόλου άδικο, όταν λένε, ότι η ιστορία του Θουκυδίδη δεν είναι απλώς ένα έργο μοναδικό στο είδος του, αλλά και ένα από τα γνησιότερα δοκίμια σοφιστικής επιστήμης. Αν η πανθομολογούμενη μοναδικότητά του οφείλεται περισσότερο στην πρωτοτυπία του, στη γνησιότητα του περιεχομένου του και στην περίτεχνη μορφή του, η αιώνια επικαιρότητά του πρέπει να αναζητηθεί προπάντων στο γεγονός ότι ο Θουκυδίδης εξετάζοντας με βάση το γόνιμο διαλεκτικό σχήμα της «σοφι­στικής αντιλογίας» όλα τα προβλήματα της πολιτικής και του πολέμου μπόρεσε να κaθορίσει τη διαχρονικότητα της νομοτέλειας του «ιμπεριαλισμού».

Το σπουδαιότερο για τον πολιτικό στοχαστή είναι η δυναμική έκφρα­ση της πολιτείας. Γι’ αυτόν σωστή πολιτική, είναι κάθε πολιτική μ’ όποια μορφή κι αν παρουσιάζεται, φτάνει να αποτελεί έκφραση πραγματικής δύναμης, που στοχεύει στη συντήρηση και στην ανάπτυξη της πολιτείας. Μόνο μέσα στα πλαίσιά της μπορεί το άτομο ως πολίτης να αποκτήσει πολιτική σημασία και αξία. Αυτό συμβαίνει προπάντων, όταν αυτό γίνεται φορέας ιστορικο πολιτικών εξελίξεων. Είναι αυτονόητο ότι ο φορέας αυ­τών των εξελίξεων είναι η ομάδα, η βούληση της πολιτικής ηγεσίας επηρεά­ζεται προωθητικά ή ανασταλτικά από την αντίστοιχη κάθε φορά ομαδική «ορμή» ή «οργή»[3].

Ο Θουκυδίδης αποφεύγει τις ολοκληρωμένες προσωπικές κρίσεις. Συνήθως αφήνει να μιλούν μόνα τους τα «έργα», τα «πραχθέντα», περιορίζο­ντας το δικό του ρόλο στην προσεκτική εξακρίβωοή τους και στην αντι­κειμενική τους καταγραφή. Την προσωπική του εμπειρία την επεξεργάζε­ται πιο ελεύθερα και πιο υποκειμενικά στους «λόγους» των πρωταγωνι­στών της ιστορίας του. Στα θαυμαστά αυτά δημιουργήματα της μεγαλοφυίας του, τις δημηγορίες του, όπως λέγονται συνηθέστερα, δίνεται η δυνατότητα στον ξεχωριστό αυτό μαθητή των σοφιστών να ξεδιπλώ­σει απεριόριστα την ιστορικοπολιτική του σκέψη χρησιμοποιώντας το δι­αλεκτικό σχήμα της σοφιστικής αντιλογίας. Σ’ αντίθεση ωστόσο με τους «δισσούς» λόγους των σοφιστών ο Θουκυδίδης δε δίνει ούτε στη μία ούτε στην άλλη πλευρά την υπεροχή. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να επισημαίνει και να παρουσιάσει με τρόπο σαφή και εξαντλητικό την αμ­φίπλευρη λογική του ζητήματος. Τη συναγωγή του τελικού συμπεράσμα­τος την αφήνει στον αναγνώστη του.

Κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η αποφασιστική σημασία, που ο Θουκυδίδης παραχωρεί στην ανθρώπινη φύση. Γενικά η δράση και η συμπεριφο­ρά των ανθρώπων ρυθμίζοντα έτσι από αυτή, ώστε να εξασφαλίζουν στο άτομο όσο το δυνατόν περισσότερη εξουσιαστική επιβολή πάνω στους άλλους.

Σπρωγμένο λοιπόν από τη φύση το άτομο δένεται με την πολιτική ή την πολεμική πράξη και από εκείνη τη στιγμή παίζει ιστορικο­πολιτικό ρόλο. Τη μορφή και τo περιεχόμενο των εκδηλώσεων της ανθρώ­πινης φύσης την κανονίζουν «αἱ μεταβολαί τῶν ξυντυxιῶν»II 82, 2), οι μεταβολές δηλ. στις σχέσεις των ανθρώπων. Βασικά για τo Θουκυδίδη η τάση αυτή να προβαίνει σε τέτοιες εκδηλώσεις είναι «νόμιμες», φτάνει μόνο να είναι αποτέλεσμα πραγματικής δύναμης. Συνηθέστερα η ανθρώπινη φύση διακατέχεται από άμετρες επιθυμίες και πάθη, που είναι προάγγελος μεγάλων συμφορών. Τυπικά παραδείγματα η Σικελική εκστρατεία των Αθηναίων και ο εμφύλιος σπαραγμός των Κερκυραίων. Όταν κυριαρχήσουν οι «ορμές» ή «οργές», η «γνώμη» υποχωρεί και κυριαρχεί η αχαλίνωτη βούληση, που οδηγεί κατά κανόνα σε δυσάρεστες εξελίξεις (1 76, 2, III 45, 5, VI 24, 3). Χτυπητό παράδειγμα για τo Θουκυδίδη είναι η πατρίδα του, η Αθήνα και η μεγαλοπράγμονη πολιτική της. Γενικά ο πηγαίος αυτός πολιτικός στοχαστής είναι απαισιόδοξος για τo ρόλο της στο πολιτικό παιχνίδι των ανθρώπων, όπως φαίνεται από την περίφημη επι­γραμματική του απόφανση, ότι αυτά τα πράγματα γίνονται και θα γίνονται πάντα, όσο η φύση των ανθρώπων θα μένει η ίδια.

Σε γενικές γραμμές η ανθρώπινη φύση περιγράφεται σα μια δύναμη με τραγικά αντιφατικές τάσεις. Ενώ αρχικά εκδηλώνεται σα μια αυθόρμητη ώθηση για δράση, καταλήγει συχνά σα δύναμη αυτοκαταστροφής. Εξετάζοντας τις περιπέτειες του μακροχρόνιου πολέμου ο Θουκυδίδης διαπιστώνει ότι αυτή, όταν ενταχθεί στην υπηρεσία της πολιτείας, μεταβάλλεται σε βασικό ιστορικοπολιτικό παράγοντα. Επηρεασμένος προφανώς από τις σύγχρονες θεωρίες των σοφιστών φαίνεται ότι έβαλε στον εαυτό του συχνά τα ερωτήματα: Μπορεί άραγε η πολιτεία να χαλιναγωγήσει την ανθρώπινη φύση; Με ποιους χειρισμούς θα μπορούσε να τη χρησιμοποιή­σει για το γενικό καλό; Η απάντησή του θεμελιωμένη στη μακρόχρονη πείρα του και στον ώριμο στοχασμό του είναι θετική. Μια οργανωμένη πολιτεία μπορεί και πρέπει να υποτάξει στους πλατύτερους στόχους της την ασύγκριτη τούτη δύναμη εξουδετερώνοντας τις αντικοινωνικές της ροπές και τονώνοντας άλλες ιδιότητές της, όπως το «φύσει ἀγαθόν» (Ι Ι2Ι, 4) και το «γενναῖον»II 82. 7 , 83, Ι). Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τους «τρόπους», δηλ. την αγωγή, που εξευγενίζουν την ανθρώπινη φύση, όπως έγινε στην Αθήνα του Περικλή, χωρίς κανένα εξωτερικό εξαναγκασμό. Στο λόγο μάλιστα του Αθηναίου στο συνέδριο του 432 στη Σπάρτη επαινούνται ακόμη μια φορά οι Αθηναίοι, επειδή ξεπέρασαν την ανθρώπινη φύση τους με τη βασισμένη στο δίκαιο και στη μετριοπάθεια συμπεριφορά τους προς τους υπηκόους τους.

 

* * *

 

Είναι αυτονόητο ότι τα στενά πλαίσια του «Ωρολογίου και Αναλυτικού Προγράμματος της Δ/θμιας Εκπαίδευσης δεν επιτρέπουν να ανοιχθεί κανείς στον απέραντο ωκεανό του ιστοριογραφικού και πολιτικού στοχασμού του Θουκυδίδη. Για μια πρώτη επαφή με το θεμελιωτή της επιστημονικής ιστοριογραφίας, όπως τον ονόμασε ο W. Schadewaldt, και τον πρώτο συστηματικό πολιτικό στοχαστή στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπως τον χαρακτήρισαν οι κυριότεροί του μελετητές, θα επαρκούσε ίσως η ερμηνευτική επεξεργασία και η φιλοσοφική εμβάθυνση των ενοτήτων που υποδείχθηκαν μαζί με τα συναφή τους προβλήματα. Για να πάρει η μορ­φωτική μας προσπάθεια κάποια σφαιρικότητα, πρέπει να κορυφωθεί με την πραγματεία του περίφημου Επιτάφιού του. Και αυτό επίσης θεωρεί­ται αυτονόητο, επειδή ο δρόμος που άνοιξε με την αντιλογία Κερκυραίων και Αθηναίων στα 432 στη Σπάρτη κλείνει κανονικά στα 404 στην Αθήνα με τον Επιτάφιο.

Ο θαυμαστός αυτός πανηγυρικός, όσο κι αν βρίσκεται κοντά στο λόγο του Αθηναίου στο συνέδριο της Σπάρτης (1 73-78) καθώς και στον τελευ­ταίο λόγο του Περικλή (ΙΙ 64, 3), παρουσιάζει ωστόσο μια σημαντική δια­φορά σε σύγκριση μ’ αυτούς, επειδή ξεπερνώντας την απολογητική τους αποστολή μεταβαίνει από την άρνηση στη θέση. Αν οι προηγούμενοι λό­γοι είχαν μοναδικό στόχο την απαλλαγή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και του μεγάλου της πολιτικού από την ευθύνη της καταστροφής του 404, εδώ, στον Επιτάφιο, η βασική πρόθεση του Θουκυδίδη ήταν να τονίσει τη θετική της πλευρά και μαζί την τεράστια σημασία του πολιτικού και πνευ­ματικού άθλου της πατρίδας του για το πανελλήνιο. Με το μεγαλόστομο απολογισμό του προβάλλεται η επιβλητική εικόνα της μεγάλης Αθήνας του Περικλή, φωτοπερίχυτη, η πραγματική ωστόσο Αθήνα της δικής του γενιάς και όχι «Ο μύθος» της. Προσωπικά πιστεύω ότι ο Θουκυδίδης, ο πονεμένος πατριώτης και ολοκληρωμένος πολιτικός στοχαστής του 404, εκφωνώντας με το στόμα του Περικλή τον Επικήδειο της μεγάλης του πατρίδας, δε θα μπορούσε ποτέ να χαραμίσει τη μοναδική αυτή ευκαιρία, για να προβάλει έναν μύθο - που για να δημιουργηθεί χρειάζεται να περά­σει και κάποιο διάστημα - και να μην αρκεσθεί σ’ ένα σεμνό και μεστό εγκώμιο του μεγαλείου της πατρίδας του και της δικής του γενιάς που το δημιούργησε.

                                                                     * * *

     Θεωρώ το κέρδος, που θα μπορούσε να αποκομίσει ένας απόφοιτος της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης από μια σωστά προγραμματισμένη συ­νοπτική επαφή με το Θουκυδίδη, εξαιρετικά σημαντικό. Βέβαια την ευθύνη για την καλή χειραγώγησή του, μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια του ιστορικοπολιτικού στοχασμού του, την έχει από την πλευρά του γενικού προγραμματισμού της εργασίας το Υπουργείο Παιδείας, ενώ για τη μεθο­δική εφαρμογή του σχετικού Αναλυτικού Προγράμματος στο Σχολείο την έχει ο συνάδελφος που θα διδάξει το μάθημα. Τα Αναλυτικά Προγράμματα παρέχουν συνήθως κάποιες χρήσιμες συμβουλές και μερικές φορές χαρά­ζουν και ορισμένες μεθοδικές πορείες. Όμως καλό είναι ο συνάδελφος που θα επωμισθεί αυτή την ευθύνη να έχει υπόψη του ότι το κύριο μέλη­μά του είναι να ζωντανέψει ιδέες και προσωπικότητες αλλά και ολόκληρες εποχές, που περιέχουν σπουδαία μηνύματα για τη δική μας τη ζωή, και ότι η ερμηνεία ενός κειμένου ή η λύση ενός προβλήματος δεν είναι εφικτή χωρίς επαρκή γνώση τόσο του όλου έργου όσο και της βασικής βιβλιο­γραφίας, που αναφέρεται στο έργο και στην προσωπικότητα του συγγρα­φέα του. Γιατί τότε μόνο υπάρχουν οι καλύτερες προϋποθέσεις για μια γόνιμη συνειδητοποίηση ενός θέματος ή προβλήματος και για τη μεθοδι­κή προσπέλασή του, όταν είναι θεμελιωμένες στο όλο έργο και στην αληθινή εικόνα του συγγραφέα του. Αυτά κυρίως ζητούνται από το συνάδελ­φο.

Τα άλλα αποτελούν ευθύνη της πολιτείας. Αν δηλαδή και πώς λογαριά­ζει να αξιοποιήσει για την πολιτική αγωγή της μαθητικής νεολαίας το βαρύτιμο μορφωτικό θησαυρό που καταπλημμυρεί το έργο του Θουκυδί­δη, που η αιώνια επικαιρότητά του επιβεβαιώνεται τόσο συχνά από τις οδυνηρές εξελίξεις της πολιτικής και πολεμικής συγκυρίας. Προσωπικά πιστεύω ότι μια σωστή σχολική αναστροφή με το έργο του Θουκυδίδη ακόμη και μέσα στα πλαίσια που προδιέγραψα, είναι αρκετή να εφοδιάσει τον απλό μας απόφοιτο με τον απαραίτητο εξοπλισμό, για να αντιμετωπί­ζει καταστάσεις και ενδεχομένως να δίνει σωστές λύσεις σε προβλήματα ανάλογα με εκείνα που πραγματεύθηκε ο κορυφαίος αυτός πολιτικός στοχαστής. Όσο θα νοσεί η Διεθνής Κοινότητα νοσεί, επειδή εξακολου­θούν να υπάρχουν κράτη που ασκούν φανερή ή συγκαλυμμένη ιμπεριαλι­στική, αλλά και καταπιεστική πολιτική στο χώρο της δικαιοδοσίας τους, η Θουκυδίδεια συμπαράσταση στον αγώνα μας κατά του διπλού αυτού φαινομένου - της ιμπεριαλιστικής ροπής σε βάρος τρίτων και της καταπά­τησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου - μπορεί να αποδειχθεί πολύτι­μη.

 


 

[1] Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 27 – 28 του περιοδικού «ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ»

[2] Ας θυμηθούμε τον περίφημο κανόνα του Πρωταγόρα:  "...Πάντων χρημάτων μέτρον ἐστί ἄνθρωπος". 

     [3] Θουκ. ΙΙΙ 45, 7   "ἁπλῶς τε ἀδύνατον... ὅστις οἴεται τῆς ἀνθρωπείας φύσεως ὁρμωμένης τι πράξαι ἀποτροπήν τινα ἔχειν ἤ νόμων ἰσχύϊ ἤ ἄλλῳ τῷ δεινῷ. Τα σχετικά προβλήματα συζητούνται στην αντιλογία Κλέωνος -Διοδότου, ΙΙΙ. 37 - 40  και  42 - 48.

 


 


[i] Θουκ. Ι  23. 6. "Τήν μέν γάρ ἀληθεστάτην πρόφασιν. ἀφανεστάτην δέ λόγῳ. τούς Ἀθηναί­ους ἡγοῦμαι μεγάλους γιγνομένους καί φόβον παρέχοντας τοῖς Λακεδαιμονίοις ἀναγκά­σαι ἐς το πολεμεῖν."