www.ekivolos.gr   

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.»

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

«Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού.» 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου»

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

 

Η Νομοθεσία του Σόλωνα και του Λυκούργου

σύμφωνα με τον Πλούταρχο

Βασιλική Καραλή

Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων

Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΝΑ

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (περ. 50 μ.χ. - 120 μ.χ.) στους Βίους Παράλληλους, Σόλων-Ποπλικόλας, ο Σόλων ήταν υιός του Εξηκεστίδη, καταγόμενου από αριστοκρατικό γένος, αλλά με «μέση» περιουσία και δύναμη. Η μητέρα του νομοθέτη φαίνεται ότι ήταν εξαδέλφη της μητέρας του Πεισιστράτου [Σ.1]. Ο Σόλων ασχολήθηκε από νέος με το εμπόριο και ταξίδεψε σε διάφορα μέρη, όχι μόνο για επαγγελματικούς λόγους, αλλά κυρίως για να αποκτήσει πείρα και γνώσεις (πολυπειρίας ένεκα μάλλον και ιστορίας ή χρηματισμού πλανηθήναι τον Σόλωνα) [Σ.2]. Υποστήριζε ότι δεν πρέπει κανένας να ενδιαφέρεται για την «κτήσιν των περιττών», αλλά και να μην καταφρονεί τα απαραίτητα για τη ζωή. [Σ.2]. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η ενασχόλησή του με το εμπόριο του δημιούργησε ένα χαρακτήρα που αναζητούσε και υμνούσε τις ηδονές της ζωής. [Σ.3]. Ταυτόχρονα, συνέθεσε ποιήματα με φιλοσοφικές ιδέες που είχαν ως στόχο να νουθετήσουν ή και να επιπλήξουν τους Αθηναίους για τη συμπεριφορά τους [Σ.3]. Ενδιαφέρθηκε για το ηθικό και πολιτικό μέρος της φιλοσοφίας. Επιπλέον, φαίνεται ότι ο Σόλων είχε φιλίες με πολλούς σοφούς της εποχής του, όπως το Θαλή και τον Ανάχαρσι. Ο Πλούταρχος αναφέρει τα τεχνάσματα του Σόλωνα προκειμένου οι συμπολίτες του να ξεσηκωθούν και να ανακαταλάβουν τη Σαλαμίνα που βρισκόταν στα χέρια των Μεγαρέων. Αφιέρωσε αρκετές σελίδες για να παρουσιάσει την επινοητικότητα, τη φαντασία και την εξυπνάδα του νομοθέτη.

 

 

ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ

ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ

 

Ο Σόλων είχε αποχτήσει φήμη και κύρος (ένδοξος και μέγας) μετά την προσάρτηση και πάλι της Σαλαμίνας στην Αθήνα [Σ11 ]. Η Αθήνα, αυτή την εποχή, βρισκόταν (7ο π.χ.) σε πολιτική αναταραχή. Ένας ευγενής, ο Κύλων, θέλησε να γίνει τύραννος. Το 632 π.χ. με μία ομάδα οπαδών του και τη βοήθεια του τυράννου των Μεγάρων , Θεαγένη, κατέλαβε την ακρόπολη της Αθήνας. Η εξέγερση απέτυχε. Από τους συνωμότες του Κύλωνα όσοι κατέφυγαν «περί τας Σεμνάς θεάς» ως ικέτες συνελήφθησαν από τον άρχοντα Μεγακλή και τους συνάρχοντές του και φονεύθηκαν με λιθοβολισμό. Όσοι προσέφυγαν στους βωμούς εσφαγιάστηκαν. Οι «εναγείς» οπαδοί του Μεγακλή, και οι επιζήσαντες από τον κύκλο του Κύλωνα βρίσκονταν διαρκώς σε διαμάχες [Σ12]. Γενικά, ο λαός ήταν σε σ τ ά σ η (και τον δήμον διαστάντος). Ο Σόλων «παρῆλθεν εἰς τό μέσον» και πέτυχε να περάσουν από δίκη οι «ἐναγεῖς», δηλαδή οι δολοφόνοι των οπαδών του Κύλωνα.

Η γνωριμία του νομοθέτη με τον Επιμενίδη από τη Φαιστό της Κρήτης τον βοήθησε στην προεργασία των νόμων. Συγκεκριμένα, ο Επιμενίδης απομάκρυνε αρκετά «βαρβαρικά» ήθη των Αθηναίων σχετικά με τις ιερές τελετές, το πένθος, τις θυσίες στους νεκρούς που κυριαρχούσαν κατ' εξοχήν από την πλευρά των γυναικών. (Φαίνεται, λοιπόν, ότι το γυναικείο φύλο ταυτιζόταν με ανορθόλογες πρακτικές που υπερέβαιναν τα όρια της αρμονίας και Κοινωνικής Ισορροπίας).

Μετά το τέλος της Κυλώνειας αναταραχής οι Αθηναίοι «εστασίασαν» πάλι. Χωρίστηκαν στους Διακρίους (γένος δημοκρατικότατον), στους πεδινούς (ολιγαρχικότατον) και στους Παράλιους (μέσον καί μεμειγμένον αἱρούμενοι πολιτείας τρόπον). Παράλληλα υπήρχε τεράστια ανισότητα μεταξύ πενήτων και πλουσίων. «Ο δῆμος ἦν ὑπόχρεως τῶν πλουσίων» [Σ13].

Ή καλλιεργούσαν οι ονομαζόμενοι εκτήμοροι και θήτες τα κτήματα για λογαρισμό των πλουσιών, καταβάλλοντας, ένα ποσοστό από την ετήσια παραγωγή τους, ή αναγκάζονταν για να πετύχουν κάποιο δάνειο να δίνουν ως εγγύηση το ίδιο τους το σώμα.    Και οι δύο κατηγορίες «ἀγώγιμοι τοῖς δανείζουσιν ἦσαν». Δηλαδή, εξαρτιόνταν πλήρως από τη θέληση ή του κυρίου του αγρού ή του δανειστή. Οι τελευταίοι μπορούσαν κατά την κρίση τους να μετατρέψουν τους εκτήμορους ή τους οφειλέτες σε δούλους ή να τους πουλήσουν σε ξένα μέρη.

Ο Arnaldo Biscardi υποστηρίζει ότι το θέμα των εκτημόρων είναι αμφιλεγόμενο. α)  Μερικοί συγγραφείς πιστεύουν ότι οι εκτήμοροι ήταν δούλοι που καλλιεργούσαν γαίες πλουσίων με αντάλλαγμα το ένα έκτο των ετήσιων εισοδημάτων τους. β)  Άλλοι ότι ήταν αγρότες κάτοχοι μικρών ιδιοκτησιών καταχρεωμένοι στους πλουσίους. Γίνονταν εκτήμοροι όταν έχαναν την περιουσία τους γιατί δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Αναγκάζονταν να παρέχουν δωρεάν εργασία στις γαίες των πιστωτών τους για να εξοφλήσουν σε έξι ετήσιες δόσεις το χρέος τους.

γ)  Κατ' άλλους ιστορικούς οι εκτήμοροι ήταν καλλιεργητές αρχικά δημόσιων γαιών, τις οποίες αργότερα οικειοποιήθηκαν μεγάλες οικογένειες και στις οποίες, κρατώντας ένα ποσοστό της συγκομιδής, υποχρεώθηκαν οι αγρότες αυτοί να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Μάλιστα, ήταν αναγκασμένοι να καταβάλουν τα 5/6 της συγκομιδής.

Κατά τον Biscardi οι εκτήμοροι ήταν πολίτες ελεύθεροι χωρίς περιουσία, υποχρεωμένοι να παρέχουν την εργασία τους στους αγρούς των μεγάλων γαιοκτημόνων στους οποίους όφειλαν να καταβάλουν και ένα ποσοστό της ετήσιας παραγωγής τους. Γίνονταν αγώγιμοι αν δε συμμορφώνοντας προς αυτά και μπορούσε πλέον ο κύριος των γαιών να τους διαθέσει αυτούς και τις οικογένειές τους, όπως ο ίδιος έκρινε.

Μια άλλη κατηγορία απόλυτα φτωχών ήταν εκείνοι που έδιναν ως εγγύηση το σώμα τους για να πετύχουν κάποιο δάνειο και συνεπώς θεωρούνταν «αγώγιμοι». Άρα, σύμφωνα με τον Biscardi, όπως προκύπτει από τον Πλούταρχο πρόκειται για δύο κατηγορίες προσώπων που κατέληξαν «αγώγιμοι» (σ.σ. 380-390).

Πολλοί από τους «αγώγιμους» αναγκάζονταν να πωλούν τα παιδιά τους - ο νόμος δεν τους εμπόδιζε- και να αυτοεξορίζονται. Σ' αυτή την κατάσταση υπήρχαν κάποιοι, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, που απαιτούσαν «τήν γῆν ἀναδάσασθαι, κ' ὅλως μεταστῆσαι τήν πολιτείαν» [13].

Στα πλαίσια θα λέγαμε του ε ν ο χ ι κ ο ύ  δ ι κ α ί ο υ υπήρχε ο θεσμός που επέτρεπε στο δανειστή σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της ενοχής να πωλήσει εκτός των ορίων της πόλης τον οφειλέτη του ή να τον εξαναγκάζει να εργάζεται γι' αυτόν ως δούλος του (Σ. 13).

Τελικά, ο Σόλων εξελέγει «ὁμοῦ καί διαλλεκτής καί νομοθέτης», αφού κατέφυγε σε ένα τέχνασμα πολιτικής τακτικής: υποσχέθηκε «κρυφά τοῖς μέν ἀπόροις γῆς νέμησιν, τοῖς δέ χρηματικοῖς βεβαίωσιν ταῶν συμβολαίων». Από την άλλη, κυκλοφορούσε η φήμη ότι υποστήριζε την ιδέα ότι η ισότητα, «τό ἴσον πόλεμον ού ποιεῖ».

Ο Σόλων απέκρουε την πρόταση κάποιων να γίνει τύραννος γιατί είναι αδιέξοδη (οὐκ ἔχειν ἀπόβασιν) και προτίμησε να προτείνει καινοτομίες που θα μπορούσαν να έχουν πρακτική εφαρμογή και να γίνουν αποδεκτές από τους συμπολίτες του. Μάλιστα, φρόντισε να χρησιμοποιήσει σημεία του λόγου, σημαίνοντα, που είχαν ήπιο χαρακτήρα για σημαινόμενα, δηλαδή νόμους που είχαν για πολλούς δυσάρεστο περιεχόμενο. Π.χ. «τήν τῶν χρεῶν ἀποκοπή σεισάχθειαν» ονόμασε. Αποφάσισε την κατάργηση των χρεών «τά μέν ὑπάρχοντα ταῶν χρεῶν ἀνεῖσθαι, πρός δέ τό λοιπόν ἐπί τοῖς σώμασι μηδένα δανείζειν».

Ο Πλούταρχος, όμως, αναφέρει ότι ο Ανδροτίων ισχυρίζεται πως δεν πρόκειται κατ' ουσίαν για «αποκοπή χρεών», αλλά για μετριασμό των τόκων, δηλαδή μείωση των επιτοκίων. Συγκεκριμένα, ο Σόλων αύξησε τα μέτρα βάρους και αναπροσάρμοσε το νόμισμα. Η μνα από 73 δραχμές αντιστοιχούσε τώρα με 100 δραχμές. Οι πιο πολλοί, όμως, υποστηρίζουν ότι η σεισάχθεια ήταν «ἀναίρεσιν πάντων ὁμοῦ τῶν συμβολαίων». Κατά τον Biscardi, καθώς απαγόρευε τις εκτελέσεις επί των ιδίων των οφειλετών, οδήγησε στη γέννηση των εμπράγματων και των ενοχικών συμβάσεων.(σ.280).

Από τους στίχους του ίδιου του Σόλωνα, όπως τους παραθέτει ο Πλούταρχος, προκύπτει ότι «ὅρους ἀνεῖλε πολλαχή πεπηγόντας», δηλαδή ότι κατήργησε τις στήλες που ήταν παντού στημένες. Γύρω από το θέμα των «ὅρων» και του ρήματος «ἀνεῖλε» ο Biscardi αναφέρει ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ των ιστορικών. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι «ὅροι», ήταν σημάδια κυριότητας των γαιοκτημόνων που τοποθετούσαν πάνω στα αγροκτήματα που καλλιεργούσαν οι εκτήμοροι. Συνεπώς, αφαιρώντας τους ο Σόλων έδινε την κυριότητα στους εκτήμορους και τους πρόσφερε την ελευθερία τους.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι «όροι», συμβόλιζαν την υποθήκευση του αγρού. Με τη διαγραφή των χρεών οι οφειλέτες αποκτούσαν πάλι τα κτήματά τους που είχαν δώσει ως εγγύηση.

Άλλοι ότι αφαίρεσε τις δημόσιες γαίες από τους ευγενείς που τις είχαν ιδιοποιηθεί και τις διένειμε εκ νέου στους χωρικούς.

Άλλοι ότι «ὅροι» σημείωναν τα όρια των μικρών κτημάτων που είχαν, όμως, ριχτεί και καταπατηθεί από τους μεγάλους ιδιοκτήτες γης. Με το «ἀνεῖλε» δηλώνεται η αναστήλωση των πεσμένων «όρων» και η επαναφορά των μικρών ιδιοκτησιών, (Biscardi, σελ. 383-385).

 

 

ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΤΑΞΕΩΝ-ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

 

Ο Σόλων, λοιπόν, «δημοτικός ὤν και μέσος» [16] θέλοντας «μεῖξαι τήν πολιτείαν» [18] κατέταξε τους πολίτες ανάλογα με «τα τμήματά τους» σε: «Πεντακοσιομεδίμνους», σε «ἱππείς», σε «ζευγίτες» και «θήτες». Οι πρώτοι συγκέντρωναν 500 μετρικές μονάδες υγρών και ξηρών προϊόντων, οι δεύτεροι 300 ή ήταν ικανοί να θρέψουν ίππο, οι τρίτοι 200 και οι τελευταίοι, οι θήτες, δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής σε κανένα αξίωμα, αλλά, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, στο  «συνεκκλησιάζειν και δικάζειν μόνον μετε{ιχον τῆς πολιτείας», το οποίο, όμως, αποδείχτηκε «παμμέγεθες», γιατί οι περισσότερες διαφορές των πολιτών κατέληγαν στα δικαστήρια και όλες οι αποφάσεις των αρχών εφεσιβάλλονταν στο δικαστήριο της Ηλιαίας. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Σόλων έδωσε το δικαίωμα στον καθένα «λαβεῖν δίκην», να καταγγείλει και να διώξει ποινικά το δράστη «ὑπέρ τοῦ κακῶς πεπονθότος». Ο ίδιος ο συγγραφέας εντάσσει αυτή τη δυνατότητα στην προσπάθεια του νομοθέτη να εθιστούν οι πολίτες στην ιδέα ότι ανήκουν σε ένα σώμα. (18). Θα μπορούσε, όμως, κανείς να δει σ' αυτή τη δυνατότητα και την πρόθεση του νομοθέτη να αναλάβει η πόλη κατ’ αποκλειστικότητα την ποινική καταστολή και να αποδυναμωθεί η ατομική εκδίκηση και αυτοδικία.

Ο Πλούταρχος αναφέρει τις εξής πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα: το σώμα του Αρείου Πάγου, αποτελούμενο από τους τέως ετήσιους άρχοντες, όρισε «ἐπίσκοπον καί φύλακα» των νόμων. Τη Βουλή των τετρακοσίων, 100 άντρες από τις 4 φυλές. Σε μια προσπάθεια να περιορίσει ο νομοθέτης το δήμο, «τόν θρασυνόμενον» εξαιτίας της κατάργησης των χρεών, όρισε ότι αυτή η Βουλή θα προβουλεύει της εκκλησίας του Δήμου.

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι δεν είναι βέβαιο πως ο Άρειος Πάγος ιδρύθηκε από το Σόλωνα, αλλά μπορεί και να προϋπήρχε. Υποστηρίζει ότι ο Σόλων θεωρούσε τις δύο βουλές σαν «άγκυρες» που θα εξασφάλιζαν ηρεμία στην πόλη και θα περιόριζαν τις στάσεις του δήμου.

Επιπλέον αναφέρει ως «ἴδιον» και «παράδοξον» το νόμο του Σόλωνα που χαρακτήριζε ως «ἄτιμον», δηλαδή στερούμενον πολιτικών δικαιωμάτων, εκείνον που έμενε «απαθώς» και «ἀναισθήτως» και δεν μετείχε σε καμιά παράταξη σε περίοδο που η πόλη βρίσκονταν σε «στάση». Μάλιστα, τον καταγγέλλει ως «ἐν ἀσφαλεῖ τιθέμενον τά οἰκεῖα» και αναμένοντα «ακινδύνως» το νικητή της «στάσης».

 

 

Γ Υ Ν Α Ι Κ Ε Σ

 

«Ἄτοπος» και «γελοῖος» κρίνεται από τον Πλούταρχο ο νόμος του Σόλωνα που ορίζει ότι η επίκληρος μπορεί να συνευρίσκεται με έναν από τους συγγενείς του άνδρα της, αν ο τελευταίος δεν μπορεί να εκτελεί τα συζυγικά του καθήκοντα. Ο ίδιος, όμως, παραθέτει την άποψη όσων ισχυρίζονται ότι ο νόμος είναι ορθός, γιατί έτσι τίθεται φραγμός σ' όσους από τους συγγενείς παντρεύονται τις επικλήρους μόνο για τα χρήματά τους. Τον ίδιο σκοπό, αναφέρει, ότι εξυπηρετεί και ο νόμος που ορίζει τη συνεύρεση της επικλήρου με τον άνδρα της 3 φορές το μήνα.

Επί πλέον, αναφέρει νόμο του Σόλωνα που καταργούσε τις υπέρογκες προίκες και όριζε ότι αρκούσαν ως προίκα στη νύφη 3 φορέματα και σκεύη μικρής αξίας. Μάλιστα, ερμηνεύει το νόμο ο Πλούταρχος ως μία προσπάθεια ο γάμος να αποβάλει τον εμπορευματικό χαρακτήρα «οὐ μισθοφόρον οὐδ' ὤνιον εἶναι τόν γάμον» [20]. Όρισε, επίσης, τα ταξίδια των γυναικών, τα πένθη και τις γιορτές με νόμο. Γενικά, επεδίωξε ο Σόλων να περιορίσει πολλές από τις πρακτικές της κοινωνικές που δημιουργούσαν κλίμα «αταξίας» και «ακολασίας». Η απαγόρευση των υπερβολικών θρήνων των γυναικών και τα μοιρολόγια στις κηδείες των ξένων φαίνεται ότι στοχεύει να περιορίσει μία πρακτική πάθους που ταυτιζόταν για τους αρχαίους με τη γυναικεία συναισθηματική φύση και θεωρούνταν επικίνδυνη για την ανδρική ζωή που έπρεπε να στηρίζεται στη λογική, τον υπολογισμό και την ψυχραιμία. Η υπερβολική φροντίδα για τους νεκρούς θεωρούνταν σχεδόν παθολογική. Ο Σόλων απαγόρευσε τη θυσία βοδιού ή το να βάζουν μαζί με τους νεκρούς μέσα στον τάφο ενδύματα. Ο Πλούταρχος υποστηρίζει ότι γενικά δεν ταιριάζει σε άνδρες η εκδήλωση υπερβολικού πάθους στο πένθος και ότι στην εποχή του κατακρινόταν ως «άνανδρο» και «γυναικώδες».

«Ἄτοπο» χαρακτηρίζει και το νόμο σχετικά με το μοιχό. Τον τελευταίο μπορούσε ο σύζυγος να τον σκοτώσει αν τον έπιανε επ' αυτοφώρω μες στον οίκο του. Ο Πλούταρχος φαίνεται ότι δεν μπορεί να συλλάβει πως είχε ο αρχηγός το δικαίωμα να εκτελεί όποιον παραβίαζε τον οίκο του, την ίδια ώρα που νόμος προέβλεπε μικρές ποινές για αδικήματα ανάλογα, όπως η αρπαγή μιας ελεύθερης γυναίκας και ο βιασμός της και η τιμωρία του προαγωγού.

Ο Σόλων όρισε με νόμο το δικαίωμα να συντάσσει κάποιος διαθήκη-ελευθερία. Επέτρεψε ,εφόσον δεν είχε παιδιά , να διαθέσει την περιουσία του σε οποίον ήθελε (.21) Σύμφωνα με το Biscardi ήταν ένα είδος απελευθέρωσης από την εξάρτηση και την επίδραση του γένους. Απέβλεπε ίσως να γκρεμίσει το τείχος της αριστοκρατίας και των γαιοκτημόνων και να αποδυναμωθεί η οικονομική τους ισχύς. (σ 210). Επιπλέον, όρισε κάτω από ποιες προϋποθέσεις μια τέτοια διαθήκη ήταν έγκυρη. Απαιτούνταν ο διαθέτης να μην είχε υποστεί περιορισμούς και καταναγκασμό του λογισμού του. Νόσοι, φάρμακα, δεσμοί, επιρροή από γυναίκα ήταν μεταξύ των λόγων που καθιστούσαν μια διαθήκη άκυρη και στο συντάκτη της απέδιδαν μειωμένο καταλογισμό.

 

 

Δ Η Μ Ο Σ Ι Α   Α ΓΑ Θ Α  -  Ν Ε Ρ Ο

 

Μέριμνα έδειξε ο Σόλων για τις φυσικές πηγές, όπως το νερό στην Αττική. Επειδή δεν ήταν αρκετό όρισε με νόμο να χρησιμοποιούν όσοι πολίτες βρίσκονται κοντά το δημόσιο πηγάδι και μόνο όσοι κατοικούσαν πολύ μακριά να έχουν δικαίωμα να ανοίξουν δικό τους πηγάδι [23]. Ταυτόχρονα, αν δεν έβρισκαν νερό μπορούσαν να παίρνουν συγκεκριμένη ποσότητα νερού δύο φορές την ημέρα από γειτονικό.

 

 

 Γ Η

 

Σε μία προσπάθεια να περιοριστούν τα ποινικά αδικήματα και να ομαλοποιηθούν οι ιδιωτικές σχέσεις ο Σόλων νομοθέτησε:

• Ακαλλιέργητη έκταση μεταξύ γειτονικών χωραφιών ίση με 5 πόδια.

• Σε περίπτωση συκιάς ή ελιάς 9 πόδια.

• Άνοιγμα βόθρων και τάφρων σε απόσταση από τα αντίστοιχα του γείτονα ίση με το βάθος τους.

• Τοποθέτηση μελισσιών σε απόσταση 300 ποδιών από κυψέλη άλλων.

 

 

Π Ρ Ο Ι Ο Ν Τ Α

 

Όρισε με νόμο τις εμπορικές σχέσεις.

• Εξαγωγή μόνο λαδιού.

• Απαγόρευση εξαγωγής άλλων προϊόντων.

• Τιμωρία άρχοντα 100 δρχ. πρόστιμο σε περίπτωση αμέλειας.

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο όρος «συκοφαντία» αναφέρεται στο καθήκον κάποιου να καταγγέλλει όποιον επιχειρούσε την εξαγωγή σύκων.

 

 

ΤΟ Π Α Ρ Α Σ Ι Τ Ε Ι Ν

 

Πρόκειται για το νόμο της δημόσιας σίτισης. Δεν επέτρεπε στον ίδιο πολίτη να τρώει πολλές φορές δημόσια γιατί ήταν ένδειξη πλεονεξίας, ενώ τιμωρούσε όποιον απέφευγε το «παρασιτεῖν», γιατί έδειχνε έτσι περιφρόνηση στα κοινά και στη συλλογική ζωή(24). Έτσι, υπήρχε μέριμνα για τη συλλογική πολιτική ζωή και υπέρβαση του στενού ατομικού συμφέροντος.

 

 

Τ Ε Χ Ν Ε Σ Κ Α Ι Ε Ν Ο Χ Ι Κ Ε Σ Σ Χ Ε Σ Ε Ι Σ

 

Παρότρυνε τους πολίτες να ασκήσουν τις τέχνες και τα επαγγέλματά τους γιατί:

α) υπήρχε πολυανθρωπία μέσα στην Αθήνα,

β)     το έδαφος ήταν φτωχό και άγονο,

γ) οι έμποροι δεν εισήγαγαν προϊόντα σε μία πόλη που δεν είχε την ίδια ανταλλακτική δυνατότητα. Μάλιστα, θέσπισε νόμο που προέβλεπε την εξής ενοχική σχέση: Κανένας γιός να μην είναι υποχρεωμένος να τρέφει τον πατέρα, αν ο τελευταίος δεν τον είχε διδάξει κάποια τέχνη.  Και επειδή ο Σόλων «τοῖς πράγμασι τούς νόμους μᾶλλον ἤ τά πράγματα τοῖς νόμοις» προσάρμοζε, έστρεψε το πλήθος στα επαγγέλματα και ανέθεσε στον Άρειο Πάγο να εξετάζει πως συντηρείται ο κάθε πολίτης και να κολάζει τους «αργούς». Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η στενοχωρία, δηλαδή η έλλειψη γαιών για όλους, έδειξε ο Σόλων ενδιαφέρον για την αύξηση των επαγγελμάτων και την ενίσχυση του εμπορίου. Έτσι, πρόκειται για στροφή από την κλειστή αγροτική κοινωνία στην εμπορική αστική. Ο Πλούταρχος επικροτεί το νόμο του Σόλωνα που απάλλασσε τα παιδιά που γεννιούνταν από εταίρες να τρέφουν τους πατεράδες τους. Μάλιστα, ισχυρίζεται ότι δεν έχει δικαίωμα ανταμοιβής όποιος ζει με μία γυναίκα όχι για να τεκνοποιήσει, αλλά για ηδονικούς σκοπούς.

Για να αυξήσει τη δύναμη των εμπόρων επινόησε το θεσμό των δημοποιητών. Δηλαδή έδωσε το δικαίωμα του πολίτη σ' όσους εγκατέλειψαν την πατρίδα τους και σ' όσους έρχονταν στην Αθήνα ως μέτοικοι για να εξασκήσουν ένα επάγγελμα , για να ενισχύσει την τάξη των εμπόρων και να περιορίσει την τάξη των γαιοκτημόνων.[24].

Τέλος, ο Πλούταρχος αναφέρει περιστατικό που έγινε μεταξύ Σόλωνα και Κροίσου για να τονίσει ότι ο πρώτος υπήρξε πιστός οπαδός του μέτρου και ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας ότι τα πράγματα είναι ασταθή και μεταβλητά και γι' αυτό δεν επιτρέπεται στον άνθρωπο «μέγα φρονεῖν».

Επιπλέον, ο Πλούταρχος αναφέρει όλη τη διαδικασία με την οποία ο Πεισίστρατος έγινε τύραννος, μνημονεύει τον τρόπο με τον οποίο αντέγραψε ο Σόλων, τις συμβουλές και τις προειδοποιήσεις του προς τον Αθηναϊκό λαό και τέλος υποστηρίζει ότι ο Πεισίστρατος διατήρησε τους περισσότερους από τους νόμους του νομοθέτη και απαιτούσε από τον εαυτό του και τους φίλους του την πιστή εφαρμογή τους.

 

 

Σ Υ Μ Π Ε Ρ Α Σ Μ Α

 

Ο Πλούταρχος παρουσιάζει το Σόλωνα ως «διαλλακτή» και «μέσο» που προσπάθησε να συμβιβάσει με τη νομοθεσία του τις μεγάλες αντιθέσεις μεταξύ πλουσίων και φτωχών, γιατί προκαλούσαν στάσεις. Οι μεταρρυθμίσεις κυρίως ως προς τη «σεισάχθεια» τη διάκριση των κοινωνικών τάξεων με βάση το εισόδημα και το δικαίωμα συμμετοχής όλων των πολιτών στην εκκλησία του Δήμου και την Ηλιαία φαίνονται ριζοσπαστικές, γιατί μπορούσαν να περιορίσουν τη δύναμη των πλουσίων της γης, να ενισχύσουν την τάξη των εμπόρων και των επαγγελματιών, να εξασφαλίσουν τον περιορισμό των μεγάλων οικονομικών ανισοτήτων και τη συμμετοχή των πολλών στην απονομή της Δικαιοσύνης.

Μάλιστα, ο ίδιος ο Πλούταρχος στη σύγκριση του Σόλωνα με τον Ποπλικόλα υποστηρίζει ότι η απαλλαγή από τα χρέη ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για την ελευθερία των πολιτών. Γιατί δεν υπάρχει κανένα όφελος από νόμους που παρέχουν ισότητα στους φτωχούς όταν αυτοί είναι πνιγμένοι στα χρέη. Δεν μπορούν να ασκήσουν καμία εξουσία ή να αποφασίσουν ως δικαστές όταν είναι χρεωμένοι στους πλουσίους και λογικά επηρεάζονται στις αποφάσεις τους από αυτούς.(σύγκρισις Σόλωνος και Ποπλικόλα 3)

Η οικονομική, λοιπόν, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ελευθερία είναι προϋπόθεση και για την πολιτική.

Πολλές φορές ο Πλούταρχος δεν μπορεί να ερμηνεύσει νόμους του Σόλωνα και τις χαρακτηρίζει «άτοπους» ή και γελοίους.

Κατά τη γνώμη μου, σ' αυτή την περίπτωση ανήκουν οι νόμοι που αφορούν τη γυναίκα και το «παρασιτεῖν», όπως και το δικαίωμα του συζύγου να σκοτώνει όποιον ,ως μοιχός, παραβιάζει τον οίκο του

Υπάρχουν, όμως, και νόμοι που ερμηνεύονται από τον Πλούταρχο ικανοποιητικά. Όπως αυτοί που αφορούν τη στροφή των Αθηνών στα επαγγέλματα και τις τέχνες, τη χρησιμοποίηση των φυσικών αγαθών, όπως το νερό.

 

 

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ο Πλούταρχος στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. συνέγραψε την πληρέστερη σωζόμενη βιογραφία του Λυκούργου, κείμενο που συγκεντρώνει πληροφορίες και από πολλές άλλες αρχαίες πηγές και που αρχίζει χαρακτηριστικά ως εξής: «Για τον Λυκούργο τον νομοθέτη γενικά δεν μπορούμε να πούμε τίποτε το αναμφισβήτητο».(Λ. 1)

Κατά τη βιογραφία του Πλουτάρχου, ο Λυκούργος ήταν γιος του βασιλιά Ευνόμου, ο οποίος έχασε τη ζωή του εξαιτίας της ανομίας και της αταξίας που επικρατούσαν τότε στη Σπάρτη: επιχείρησε να χωρίσει συμπλεκόμενους πολίτες και τον δολοφόνησαν.(2). Τον διαδέχθηκε ο Πολυδέκτης, πρεσβύτερος αδελφός του Λυκούργου. Πέθανε όμως και αυτός, και ο θρόνος πέρασε στον Λυκούργο. Τότε ο Λυκούργος πληροφορήθηκε ότι η χήρα του αδελφού του περίμενε παιδί. Εσπευσε να διακηρύξει ότι αν το παιδί που θα γεννιόταν ήταν αγόρι, ο θρόνος τού ανήκε, και ο ίδιος θα περιοριζόταν στα καθήκοντα του επιτρόπου του ανήλικου βασιλιά. Πρότεινε στον Λυκούργο να ξεφορτωθεί η ίδια το παιδί προτού γεννηθεί, να παντρευτούν και αυτός να εξακολουθήσει να είναι βασιλιάς. Προσποιήθηκε ότι δέχεται την πρόταση της χήρας, αλλά τη συμβούλευσε να το αφήσει να γεννηθεί και μετά θα ανελάμβανε αυτός να το εξαφανίσει.

Όταν το παιδί γεννήθηκε (ήταν φυσικά αγόρι), ο Λυκούργος, για να το προστατέψει, το απομάκρυνε αμέσως από την επικίνδυνη μητέρα του και του έδωσε το όνομα Χαρίλαος, δηλαδή χαρά του λαού. Άρχισαν όμως δολοπλοκίες και διαβολές από το περιβάλλον της προδομένης βασιλομήτορος, και ο Λυκούργος, προσβεβλημένος αλλά και φοβούμενος για τον εαυτό του, αποφάσισε να φύγει από τη Σπάρτη για μεγάλη περιοδεία.(3 )

Τα ταξίδια του έφεραν τον Λυκούργο στην Κρήτη, στην Ιωνία, στην Ινδία, στην Αίγυπτο, στη Λιβύη, και στην Ιβηρία. Μελέτησε τους νόμους και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων σε αυτούς τους τόπους και διαμόρφωσε το δικό του σύστημα.(4) Ύστερα από χρόνια επέστρεψε στη Σπάρτη για να το εφαρμόσει, αφού προηγουμένως επισκέφθηκε το Μαντείο των Δελφών για να λάβει τη θεϊκή συγκατάθεση. H αποδοχή του πολιτεύματος του Λυκούργου από τους Σπαρτιάτες δεν υπήρξε απρόσκοπτη. Λόγω των μέτρων λιτότητας που επέβαλε και του πνεύματος ισότητας , οι πλούσιοι αντέδρασαν βίαια , έφτασαν μάλιστα να πάρουν με τις πέτρες τον εισηγητή του, ο οποίος έφυγε τρέχοντας από την αγορά για να γλιτώσει, αν και κατά τη συμπλοκή έχασε το ένα του μάτι.

Τελικά οι νόμοι του Λυκούργου αν και όχι γεγραμμένοι και γι' αυτό καλούμενοι ρῆτραι(13) επιβλήθηκαν στη Σπάρτη. Ο Λυκούργος όρκισε τους Σπαρτιάτες ότι δεν θα τους αλλάξουν ώσπου να επιστρέψει και κατόπιν έφυγε για τους Δελφούς. Εκεί, θεωρώντας ότι είχε πλέον ζήσει αρκετά, έπαψε να τρώει, ώσπου πέθανε από ασιτία.(29)

H αποδιδόμενη στον Λυκούργο νομοθεσία ρύθμιζε όλους τους τομείς και τις εκδηλώσεις όχι μόνο του δημόσιου βίου αλλά και του ιδιωτικού. Κατά τούτο, με τα σημερινά κριτήρια, πολλές από τις προβλέψεις της φαίνεται ότι αποτελούν παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων.

Οι ιστορικοί, αρχαίοι και νεότεροι, δεν αποδίδουν όλοι στον Λυκούργο όλους τους νόμους που η παράδοση έχει στεγάσει κάτω από το όνομά του. Μερικοί πιστεύουν ότι άλλοι νόμοι είναι προγενέστεροι και άλλοι μεταγενέστεροι του Λυκούργου, ενώ ορισμένοι από αυτούς ουδέποτε ίσχυσαν στη Σπάρτη. Έχει διατυπωθεί επίσης η άποψη ότι θεσμοί που αποδίδονται στο μυθικό πρόσωπο του Λυκούργου αντικατοπτρίζουν σταθμούς στη μακροχρόνια εξέλιξη της σπαρτιατικής κοινωνίας.(Βϊ808Γαϋ σσ78-85)

 

 

Καινοτομίες

 

• ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

• Η ΓΕΡΟΥΣΙΑ

 

Πρώτον ήν και μέγιστον η κατάστασις των γερόντων. Για να περιορίσει τους βασιλείς που έκλιναν επί τυραννίδα και το πλήθος επί δημοκρατίαν ο Λυκούργος δημιούργησε τη Γερουσία, αποτελούμενη από 28 γέροντες και από τους δύο βασιλείς, ως έρμα εν μέσω θεσπισμένο για να μην εκτραπεί το πολίτευμα σε τυραννία ή δημοκρατία.5 Διαίρεσε το λαό σε φυλάς και ωβάς και θέσπισε την Απέλλα, είδος εκκλησίας του δήμου στην οποία τήν ὑπό τῶν γερόντων και των βασιλέων προτεθεῖσαν γνώμην ἐπικρῖναι κύριος ἦν ὁ δῆμος(.6) Ούτω το πολίτευμα του Λυκούργου μείξαντος(.7) Εκλέγονταν από την Απέλλα ως εξής:

Οι υποψήφιοι για τη Γερουσία γέροντες, παρουσιάζονταν, ένας ένας μπροστά στη συνέλευση του λαού, ενώ μια ομάδα προσώπων που είχαν κλεισθεί σε ένα γειτονικό κτίριο χωρίς να γνωρίζουν τα ονόματα ή τη σειρά των διαγωνιζόμενων που ο ένας ύστερα από τον άλλον παρουσιάζονταν στη συνέλευση, υπολόγιζαν τη διάρκεια και την ένταση των επευφημιών που ο καθένας από τους παρελαύνοντες συγκέντρωνε, Στη συνέχεια εκλέγονταν εκείνοι από τους υποψήφιους που είχαν συγκεντρώσει τις πιο θερμές επευφημίες. (26)

Σύμφωνα με τον Bscardi η Γερουσία είχε καθήκοντα προβουλευτικά και δικαστικά.(89-90).

Μια σημαντική, δηλαδή, αρμοδιότητα της Γερουσίας, που υπάγεται στη νομοθετική διαδικασία, ήταν η δικαιοδοσία του «προβουλεύειν» τους νόμους, πριν αυτοί υποβληθούν στην «απέλλα».

 

 

Απέλλα

 

Η Απέλλα, η συνέλευση των πολιτών της Σπάρτης, των Σπαρτιατών, αποτελούσε ένα από τα βασικά όργανα της πολιτείας των Λακεδαιμονίων. Η θέσπιση του πολιτειακού οργάνου της απέλλας ανάγεται στη ρυθμιστική του γενικότερου πολιτειακού καθεστώτος της Σπάρτης μεγάλη ρήτρα του Λυκούργου.6 Στην απέλλα συμμετείχαν οι Σπαρτιάτες άνω των τριάντα ετών, οι οποίοι διατηρούσαν τα πολιτικά τους δικαιώματα, είχαν ασκηθεί στη σπαρτιατική πολεμική αγωγή και συνεισέφεραν στα κοινά συσσίτια, τα λεγόμενα «φιδίτια». Η ισότητα αυτή στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους προς τη σπαρτιατική πολιτεία συντέλεσε στην καθιέρωση του χαρακτηρισμού των πολιτών της Σπάρτης ως «ομοίων», Το δικαίωμα του «απελλάζειν», της συμμετοχής δηλαδή στην απέλλα, το είχαν μόνο οι Σπαρτιάτες, οι «όμοιοι-», κατά συνέπεια δεν μετείχαν οι περίοικοι και οι είλωτες.

Οι πιο ουσιαστικές δικαιοδοσίες της απέλλας, εκτός του δικαιώματος «επικρίναι» δηλαδή του δικαιώματος να κρίνει, να επιδοκιμάζει ή να αποδοκιμάζει τις προτάσεις νόμων των

βασιλέων και της γερουσίας.

 

• Έφοροι

 

Η αρχή των πέντε εφόρων της Σπάρτης, ανάγεται κατά τον Πλούταρχο, στο βασιλιά της Σπάρτης Θεόπομπο, 130 χρόνια μετά το Λυκούργο (7). Θεωρείται ως θεσμός μεταγενέστερος της μεγάλης ρήτρας, και σαν ψάλιον, χαλινάρι στην άκρατον και ισχυράν ολιγαρχίαν. Ο Πλούταρχος λέει ότι οι νόμοι του Λυκούργου παρέμειναν αμετάβλητοι για πεντακόσια χρόνια' αλλά παραδέχεται ακόμη ότι έγιναν προσθήκες σ' αυτούς, κι ότι προς το τέλος του πέμπτου αιώνα έγιναν και άλλες αλλαγές. Μάλιστα παραδέχεται ότι ενώ ο θεσμός των Εφόρων έγινε για χάρη του δήμου, τελικά με το χρόνο σφοδροτέραν ἐποίησε τήν ἀριστοκρατίαν(29).

 

 

Αναδασμός της γης

Μέτρα κατά της πολυτέλειας

 

Στον τομέα της οικονομίας, το πιο τολμηρό βήμα είναι ο αναδασμός της γης. Επεβλήθη από την ανισότητα που υπήρχε μεταξύ των πολλών ακτημόνων και απόρων και της συγκέντρωσης του πλούτου εις ολίγους. Ο αναδασμός στόχευε να καταπολεμήσει τα μείζω νοσήματα τῆς πολιτείας, πλοῦτον και πενίαν. Έπεισε, λοιπόν, ο Λυκούργος τους πολίτες εἰς μέσον θέντας ἐξ ἀρχῆς ἀναδάσασθαι, καί ζῆν μετ'τοις βίοις γενομένους. Μοίρασε, λοιπόν, 30000 κλήρους της Λακωνικής στους περίοικους, ενώ τη Σπάρτη σε 9000. Ο κλήρος ήταν τόσος σ' άνδρες και γυναίκες ώστε να τους δίνει τοσοῦτον τῆς τροφῆς πρός εὐεξίαν καί ὑγείαν ἰκανῆς, ἄλλου δε μηδενός δεησομένοις. Με τον αναδασμό η Λακωνική φαίνεται πᾶσα πολλῶν ἀδελφῶν εἶναι (8). Δεν κατάφερε, όμως, ο Λυκούργος να μοιράσει και την κινητή περιουσία, γι'αυτό επινόησε άλλο τρόπο. Ακύρωσε πᾶν νόμισμα χρυσοῦν καί ἀργυροῦν και μόνῳ χρήσθαι τῷ σιδήρῳ προσέταξε. Επιπλέον, έκανε το νόμισμα πολύ βαρύ. Κατάφερε να εξαφανίσει έτσι τα αδικήματα. Καθεστώς άκρατου προστατευτισμού επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων, αφού με το ευτελές και ασήκωτο σιδερένιο νόμισμα, το «καταγελώμενον» από τους άλλους Έλληνες, ήταν αδύνατη η εισαγωγή ξένων προϊόντων Επιπλέον, τῶν ἀχρήστων καί περισςῶν ἐποιεῖτο τεχνῶν ξενηλασίαν. Έτσι, οι Σπαρτιάτες κατασκεύαζαν αντικείμενα καθημερινής χρήσης απαλλαγμένοι από τα άχρηστα και περιττά.

 

 

ΤΑ ΣΥΣΣΙΤΙΑ

 

Ένα από τα γνωστά χαρακτηριστικά της Σπαρτιατικής κοινωνίας ήταν το συσσίτιο. Η συμμετοχή σ' αυτό ήταν αναγκαία προϋπόθεση για τα δικαιώματα του πολίτη και ο θεσμός έχει ονομαστεί από τους Κρήτες ανδρεία γιατί γίνοταν αφορμή για τη σύναψη φιλίας μεταξύ των ανδρών.και από τους Λακεδαιμόνιους φιδίτια επειδή συνδέονται με τη λιτότητα και τη φειδώ, τις οποίες επιδίωκε για τη χώρα του ο Λυκούργος(12 ).Ήταν ένα μέσο για να καταπολεμήσει τον ζήλον του πλούτου(10) Κάθε Σπαρτιάτης έφερνε στα συσσίτια προϊόντα ορισμένης ποσότητας και χρηματικό ποσό. Όταν κάποιος θυσίαζε ή κυνηγούσε έστελνε ένα μέρος απ' αυτά στο συσσίτιο. Στα συσσίτια μπορούσαν να συχνάζουν και παιδιά και να παρακολουθούν πολιτικές συζητήσεις.Υπήρχε ορισμένος τρόπος για να γίνει κάποιος μέλος σ' ένα συσσίτιο(12). Δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε πόσοι Σπαρτιάτες ήταν πολύ φτωχοί, ώστε να μην μπορούν να πληρώσουν τις συνδρομές και για το λόγο αυτό κάποιος να αποκλεισθεί από τα πολιτικά δικαιώματα.

Γενικά φαίνεται πιθανό ότι ο σκοπός για τον οποίο ένας Σπαρτιάτης έπρεπε να είναι μέλος συσσιτίου ήταν να βεβαιώσει με τη συμμετοχή του ότι προτάσσει το συμφέρον της πόλης του και ότι δεν επιδιώκει την ιδιώτευση και το ατομικό συμφέρον.. Να καταστήσει σίγουρο ότι θα έκανε κάθε προσπάθεια να ζήσει με τους άλλους επί ίσοις όροις και δεν θα ήταν ένας ερημίτης ή ιδιώτης.

 

 

• Ξενηλασία

 

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Σπάρτης ήταν, ότι αποθαρρυνόταν η επικοινωνία με τους ξένους. Στους Σπαρτιάτες δεν επιτρεπόταν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό οὐδ' ἀποδημεῖν και πλανᾶσθαι, ξενικά συνάγοντας ἤθη καί μιμήματα βίων ἀπαιδεύτων καί πολιτευμάτων διαφόρων. Όμως, ούτε και στους ξένους επέτρεπαν να εγκατασταθούν στη Σπάρτη, ὅπως μή διδασκάλου κακοῦ τινός ὑπάρξωσιν. Φοβούνταν μήπως η πόλη ἀναπλησθήσεται πονηρῶν ἠθῶν. Ο κύριος λόγος γι' αυτό ήταν για να εμποδίσουν να απειλείται και να φθείρεται η λιτότητα της σπαρτιατικής ζωής από εξωτερικές επιδράσεις.( 27)

 

 

Η Ζωή των ανδρών

 

Κανείς πατέρας δεν μπορούσε τρέφειν οὐδέ παιδεύειν ὥς ἐβούλετο τόν υιόν, ἀλλά πάντας εὐθύς ἑπταετεῖς γενομένοις αὐτός (ο Λυκούργος) εἰς ἀγέλας κατελόγιζε. Επικεφαλής της αγέλης ήταν αυτός που υπερείχε στη φρόνηση και ήταν θυμοειδέστατος ἐν τῷ μάχεσθαι.

Η παιδεία τους περιοριζόταν προς το τολμᾶν καί μή φυγομαχεῖν. Μάθαιναν όσα ήταν αναγκαία. Κυρίως η εκπαίδευση του νέου στηριζόταν στο ἄρχεσθαι καλῶς καί καρτερεῖν πονοῦντα καί νικᾶν μαχόμενον.

Στα 12 τους ήταν χωρίς χιτώνα, με ένα ιμάτιο το χρόνο, χωρίς λουτρά και αρώματα(16). Μεγαλύτεροι σύχναζαν στα γυμνάσια και μάθαιναν την ολιγοσιτία(17). Οι παιδονόμοι, οι είρενες, στα 20 τους γίνονται αρχηγοί των παιδιών και τους μαθαίνουν την τέχνη και τακτική της κλοπής. Όποιος συλλαμβάνεται κατά την κλοπή τιμωρείται γιατί δίνει την εντύπωση ότι κλέβει χωρίς όρεξη και χωρίς τέχνη.(17).

Μάλιστα, ο Πλούταρχος αναφέρει την «κρυπτεία», αμφιβάλλοντας αν είναι θεσμός επιβεβλημένος από τον Λυκούργο.

Οι επικεφαλής των νέων τους έστελναν στο ύπαιθρο με εγχειρίδια εφοδιασμένους και με την απαραίτητη τροφή. Τη νύχτα αυτοί κατέβαιναν στους δρόμους και έσφαζαν όποιον είλωτα συλλάμβαναν ( Biscardi, σ.83).

Ο Πλούταρχος δεν πιστεύει ότι η πολιτεία μπορεί να επινοήθηκε από το Λυκούργο και μάλιστα υποθέτει ότι αυτού του είδος η σκληρότητα υιοθετήθηκε μετά το μεγάλο σεισμό και προκλήθηκε από το γεγονός ότι οι είλωτες πολέμησαν με τους Μεσσηνίας εναντίον των Σπαρτιατών(28).

Γενικότερα οι Σπαρτιάτες δεν μπορούσαν να ζήσουν ὡς ἐβούλοντο γιατί δεν ανήκαν στον εαυτό τους αλλά στην πατρίδα. Είχαν αφθονία σχόλης, δεν επιτρεπόταν να ασχολούνται με βάναυσες τέχνες και επαγγέλματα και ο πλούτος θεωρούνταν άτιμος (Biscardi σ 78-79). Οι είλωτες εἰργάζοντο τήν γῆν και ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν συγκεκριμένη αποφοράν (ποσοστό προϊόντων)(24). Κατά τον Biscardi οι είλωτες αν και στερούνταν πολιτικά δικαιώματα απολάμβαναν μια κάποια ελευθερία και οικονομική ευχέρεια(σ 86).

Η ζωή των Σπαρτιατών μοιράζονταν ανάμεσα στα στρατόπεδα και στο κυνήγι, τα συμπόσια, τους αγώνες, τους χορούς και τις λέσχες.

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΓΑΜΟΣ

 

Ο γάμος ήταν για μια Σπαρτιάτισσα ό,τι ο πόλεμος για ένα Σπαρτιάτη: αντιπροσώπευε το στόχο της ενηλικίωσης και την ευκαιρία να πραγματώσουν το ρόλο για τον οποίον τους προόριζε η κοινότητα. Η Σπάρτη ήθελε τα κορίτσια να γυμνάζονται και σε καμία περίπτωση να είναι περιορισμένα σε οικιακές εργασίες. Ο γυναικείος πληθυσμός της Σπάρτης αποκλειόταν από το στρατιωτικό λειτούργημα, διότι οι νόμοι της πόλεως προσδιόριζαν ως καθήκον τους την γέννηση και ανατροφή υγιών τέκνων. Η αγωγή των γυναικών δεν άγγιζε, ούτε καν προσέγγιζε, τα όρια αυστηρότητας εκείνης των ανδρών, διότι ο προορισμός και η αποστολή τους εντός της Πολιτείας ήταν διαφορετικής φύσεως. Η γυναικεία ελευθερία σε καμία άλλη πόλη του αρχαίου ελληνικού Κόσμου δεν εκδηλώθηκε τόσο έμπρακτα, όσο στην Λακωνική Πολιτεία. Στη Σπάρτη, οι γυναίκες είχαν το αποκλειστικό προνόμιο, απ' όλες τις άλλες Ελληνίδες, να γυμνάζονται ισότιμα με τους άνδρες και να κυκλοφορούν άνευ περιορισμών. Όπως γνωρίζουμε, ευγονικές μέθοδοι ίσχυαν και ως προς τις γυναίκες, οι οποίες άπτονταν του καθορισμού της υγείας των γυναικών και της καταλληλότητάς τους να φέρουν στον κόσμο υγιή παιδιά. Η ανατροφή των κοριτσιών εναπόκειτο στην κρίση και στη βούληση των γονέων τους, η μόνη δε υποχρέωσή τους ήταν να γυμνάζονται. Διακρίνονταν στο ακόντιο, στη ρίψη του δίσκου, στην πάλη, στο τρέξιμο και σε λοιπές αθλητικές δοκιμασίες .Σκοπός της κοπιαστικής φυσικής άσκησης, όπως μαθαίνουμε από τον Πλούταρχο, ήταν ευγονισμός. Με άλλα λόγια, αποσκοπούσε στην ανατροφή γυναικών που θα γίνονταν ρωμαλέες μάνες για τα παιδιά τους - ιδανικά μάλιστα αρσενικά παιδιά -για την επόμενη γενιά ενήλικων πολεμιστών της Σπάρτης που θα μάχονταν για λογαριασμό της τους εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και τους εσωτερικούς: τους είλωτες. Οι Σπαρτιάτες ανεπιφύλακτα απέδιδαν δημόσιες τιμές και εξέφραζαν δημοσίως επαίνους στις γυναίκες, σε αντίθεση με την Αθήνα.

Ούτε και οι ίδιες οι Σπαρτιάτισσες δείλιαζαν να μιλήσουν. Όταν μια ξένη γυναίκα ρώτησε τη Γοργώ, θυγατέρα του βασιλιά Κλεομένη του Α' και σύζυγο του βασιλιά Λεωνίδα (του σπουδαίου ήρωα των Θερμοπυλών), γιατί οι Σπαρτιάτισσες ήταν οι μόνες που εξουσίαζαν τους άντρες τους, εκείνη απάντησε «γιατί είμαστε οι μόνες γυναίκες που γεννάμε (πραγματικούς) άντρες»(14). Όταν ένα αγόρι γύριζε από τη μάχη μόνο, δίχως τ' αδέλφια του, η μητέρα, αντί να τον καλωσορίσει με τρυφεράδα, τον σφυροκοπούσε με προσβολές: «Σε μεγάλωσα για να γίνεις εσύ ο μόνος δειλός από τα παιδιά μου;». Η λακωνική φράση «ή ταν ή επί τας» λέγεται ότι εκστομιζόταν από την τυπική Σπαρτιάτισσα μητέρα ή τη σύζυγο και απευθυνόταν στο γιο ή τον άντρα της όταν εκείνος έφευγε για τον πόλεμο.

Ο γάμος ήταν θεσμός υποχρεωτικός, για όλο τον ελεύθερο και υγιή πληθυσμό. Οι νόμοι προέβλεπαν την τιμωρία όσων παντρεύονταν σε μεγάλη ηλικία, καθώς και των γυναικών εκείνων, που παντρεύονταν σε μικρή ηλικία. Ειδικές ποινές προβλέπονταν για τον "οψιγάμιον", καθώς και για τον "κακογάμιον". Ο Πλούταρχος (Λύσανδρος, 2), αναφέρεται στην περίπτωση του βασιλιά Αρχίδαμου, τον οποίο τιμώρησαν οι 'Έφοροι, διότι νυμφεύθηκε γυναίκα πολύ μικρής ηλικίας και συνεπεία τούτου του γεγονότος, δεν ήταν δυνατόν να γεννηθούν άρτια τέκνα.

Οι άνδρες που έμεναν ανύπανδροι, αντιμετώπιζαν ποινές και επιτιμήσεις, ἀτιμίαν τινά προσέθηκε τοῖς ἀγάμοις. Αποκλείονταν από την παρακολούθηση των "Γυμνοπαιδιών", τον δε χειμώνα η Πολιτεία τους υποχρέωνε γυμνούς να βαδίζουν εντός κύκλου επί της αγοράς. Εκεί τραγουδούσαν ένα, μειωτικού χαρακτήρα τραγούδι, το οποίο ανέφερε ότι δικαίως υφίστανται αυτή την αντιμετώπιση γιατί τοῖς νόμοις ἀπειθοῦσι(15).

Χαρακτηριστική των ηθών και των αντιλήψεων που επικρατούσαν στην Σπάρτη περί των αγάμων, είναι και το γεγονός ότι μπορούσαν οι νέοι να μην τους αποδίδουν τον πρέπουσα τιμή και φροντίδα.

Επειδή η αποστολή της οικογένειας στην Σπάρτη ήταν η γένεση υγιών παιδιών, ο άνδρας μπορούσε να συγκατατεθεί ώστε η γυναίκα του να συνευρεθεί με έναν άλλο Σπαρτιάτη, προκειμένου να προκύψει από την ένωσή τους ένα υγιές τέκνο, χωρίς αυτό να θεωρείται καθόλου επιλήψιμο. Η έννοια, λοιπόν, της μοιχείας ήταν άγνωστη στη Σπάρτη.(15)

Οι Σπαρτιάτισσες μπορούσαν να παντρευτούν σε ηλικία που δέν ἦταν μικραί οὐδάωροι, ἀλλά ἀκμάζουσαι καί πέπειροι. Το τελετουργικό του γάμου και οι εκδηλώσεις ήταν διαφορετικές από εκείνες της υπόλοιπης Ελλάδας. Τελούνταν μια μορφή γάμου ύστερα από αρπαγή. Τα μαλλιά της νύφης ξυρίζονταν σχεδόν και έπειτα την έκλειναν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με μόνη φορεσιά ένα μακρύ ανδρικό χιτώνα και μια ζώνη. Μετά θα ερχόταν ο άντρας, θα έλυνε τη ζώνη, θα τη μετέφερε ,αφού θα τη σήκωνε στα χέρια, στην κλίνη. Μέχρι την ηλικία των 30 ετών ο σύζυγος θα περνούσε κάθε βράδυ στη συσκηνία μαζί με τους συντρόφους του και οι συζυγικές συνευρέσεις θα γίνονταν λαθραία και μυστικά (15). Με ή δίχως τη συναίνεσή της, ο σύζυγος μπορούσε να τη δανείσει σε έναν άλλο άντρα με τον οποίο και για τον οποίο θα γεννήσει, νομίμως, γνήσια τέκνα. Ουδείς γίνεται μοιχός παρ' ημίν. Σε οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη- κράτος κάτι τέτοιο θα συνιστούσε μοιχεία, η οποία επέσυρε αυστηρότατη τιμωρία.

Ήταν η Σπάρτη γυναικοκρατούμενη, μια πόλη όπου οι γυναίκες εξουσίαζαν τους άνδρες; . Οι γυναίκες ενθαρρύνονταν να μοιάσουν όσο το δυνατόν περισσότερο στους άντρες και όχι το αντίστροφο. Ήταν ο σύζυγος που δάνειζε τη γυναίκα του σε άλλον άντρα με σκοπό την αναπαραγωγή και έπειτα από συμφωνία, και όχι η γυναίκα που ελεύθερα αναζητούσε συντρόφους όπως, όταν, και όποτε το επιθυμούσε.

Οι Σπαρτιάτες σοφά έκριναν ότι, εάν ήθελαν η πόλη τους να διατηρήσει το στρατιωτικό τρόπο ζωής, δεν μπορούσαν να αγνοήσουν τις γυναίκες. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι τα κορίτσια της Σπάρτης είχαν πρόσβαση σε ένα είδος δημόσιας εκπαίδευσης, που περιλάμβανε σκληρή - και στα μάτια των περισσότερων Ελλήνων αταίριαστη στη γυναικεία φύση- άθληση.(14) Έτσι εξηγείται επίσης ότι οι Σπαρτιάτισσες είχαν δικαίωμα σε περιουσιακά στοιχεία, που περιλάμβαναν γη.

Ο Λυκούργος όμως θεωρώντας ότι και οι δούλες είναι ικανές να υφαίνουν, ενώ για τις ελεύθερες γυναίκες ότι το σπουδαιότερο έργο είναι η τεκνοποίηση, γι' αυτό πρώτα όρισε να γυμνάζονται τα κορίτσια εξίσου με τα αγόρια ' έπειτα, να συναγωνίζονται μεταξύ τους οι γυναίκες, εξίσου με τους άνδρες, στο τρέξιμο και την αντοχή, γιατί πίστευε πως σαν είναι κι οι δύο γονείς δυνατοί, και τα παιδιά τους θα γίνουν δυνατότερα». Έτσι λοιπόν, πρόκειται για μια ζωή στους αντίποδες της ζωής των «άλλων Ελλήνων» που κλείνουν μέσα τις γυναίκες τους και τις εξαναγκάζουν να γνέθουν το μαλλί, μια ζωή έξω από το σπίτι η οποία δεν διακρίνεται καθόλου απ' τη ζωή των ανδρών. Σ' αυτή την αγωγή των νέων κοριτσιών, ο Πλούταρχος δίνει συμπληρωματικές πληροφορίες. «Τα σώματα των παρθένων ενίσχυσε με την άσκηση στον δρόμο, την πάλη και το ρίξιμο δίσκου και ακοντίου ... Αφαίρεσε κάθε μαλθακότητα και παραμονή στη σκιά και θηλυπρέπεια και συνήθισε τις νέες όχι λιγότερο από τους νέους και στις πομπές να λαμβάνουν μέρος γυμνές και σε μερικούς ναούς να χορεύουν και να τραγουδούν, ενώ ήσαν παρόντες οι νέοι και τις έβλεπαν». Αυτή η γυμνότητα δεν είχε τίποτε το ενοχλητικό, γιατί επρόκειτο για την αθλητική γυμνότητα. Ο Πλούταρχος μαρτυρεί εξάλλου την ανάγκη να την δικαιολογήσει: «Η γύμνωση των παρθένων δεν είχε τίποτε το αισχρό, διότι υπήρχε ντροπή, αλλά έλειπε η ακολασία», αν και, όπως παρατηρεί πιο κάτω, ήταν επίσης «αυτά παρορμητικά προς γάμο»(14-15).

Ο Πλούταρχος παρέχει πολύ συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες. Αφού υπενθύμισε πως η αγαμία απαγορευόταν, αποκαλύπτει τις περίεργες συνθήκες του σπαρτιατικού γάμου: «Νυμφεύονταν αρπάζοντας όχι μικρές κι ανώριμες για γάμο, αλλά στην εποχή της ακμής τους και τότε που ήταν ώριμες. Την αρπαζομένη παρελάμβανε η λεγόμενη νυμφεύτρια, της έκοβε σύρριζα τα μαλλιά, της έβαζε ανδρικό ιμάτιο και υποδήματα και την πλάγιαζε μόνη χωρίς φως σε στρώμα από καλάμια. Ο γαμπρός, ούτε μεθυσμένος ούτε εκνευρισμένος, αλλά νηφάλιος όπως πάντοτε, αφού δειπνήσει στα συσσίτια (φαγητό με δημόσια δαπάνη όπου προσφερόταν ο περίφημος μέλας ζωμός), εισέρχεται κρυφά, λύνει την ζώνη της, την σηκώνει στα χέρια του και την μεταφέρει στην κλίνη. Αφού έμενε μαζί της όχι πολύ χρόνο έφευγε με κοσμιότητα και πήγαινε όπου συνήθιζε προηγουμένως, για να κοιμηθεί μαζί με τους άλλους νέους».(15)

Διαπίστωσαν οι ερευνητές εδώ την ανάμνηση ορισμένων τελετών μύησης, σαν αυτές που συναντούμε σε άλλες κοινωνίες, με αντιστροφή των ρόλων (η κοπέλα κουρεμένη και ντυμένη με ανδρικά ρούχα). Ο Πλούταρχος προσθέτει πως μετά απ' αυτό το πρώτο γρήγορο ζευγάρωμα, οι συναντήσεις μεταξύ συζύγων διατηρούσαν έναν χαρακτήρα παρανομίας, σε σημείο που «μερικοί απέκτησαν και παιδιά, προτού δουν την γυναίκα τους στο φως της μέρας».

Ο Πλούταρχος που θυμίζει επίσης, σε όρους λίγο-πολύ ταυτόσημους, αυτούς τους δυο «νόμους του Λυκούργου», αισθάνεται εδώ ακόμη την ανάγκη να τους αιτιολογήσει: Διότι κατά πρώτον ο Λυκούργος δεν θεωρούσε πως τα παιδιά ανήκαν στους πατέρες τους, αλλ' ότι ήταν κοινά της πόλης, και γι' αυτό ήθελε όχι από τους τυχόντες αλλά απ' τους αρίστους να γεννιούνται οι πολίτες.

Ως ποιο σημείο αυτοί οι νόμοι πού αποδίδονται υποθετικά στον Λυκούργο υπήρξαν πραγματικά, κι αν ναι, ως ποιο σημείο ήταν ακόμη σε ισχύ στην κλασική περίοδο; Πρόκειται εδώ για ερωτήσεις στις οποίες είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξει απάντηση. Είναι αλήθεια πως στη Σπάρτη οι πολίτες ήταν πρώτα και πάνω απ' όλα στρατιώτες, και πως περνούσαν μέχρι μια προχωρημένη ηλικία μια ζωή στρατοπέδου, η οποία σίγουρα δεν πρέπει να ευνοούσε τις συζυγικές σχέσεις. Είναι τέλος δυνατόν να περιλάμβανε ο γάμος μέχρι μια σχετικά όψιμη περίοδο αυτές τις ιδιαίτερες τελετές που αναφέρει ο Πλούταρχος. Εξετάζοντας τους σπαρτιατικούς θεσμούς, ο Αριστοτέλης αποδίδει την εξασθένισή τους στις «ακολασίες των γυναικών» που αντιστάθηκαν στους νόμους του Λυκούργου λόγω της πολλής ανέσεως και γυναικοκρατίας.( 14)

Οι γάμοι γίνονταν με αρπαγή των γυναικών και οι νεόνυμφοι συναντιόνταν νύχτα, στα σκοτεινά, και συνευρίσκονταν με μοναδικό σκοπό την τεκνοποίηση. Τα νεογνά αφήνονταν να ζήσουν μόνο αν φαίνονταν υγιή και στιβαρά. Τα καχεκτικά ρίχνονταν σε αποθέτας του Ταϋγέτου. Για να προετοιμάζονται να αντέξουν τους πόνους της γέννας, τα κορίτσια γυμνάζονταν σε αγωνίσματα δρόμου, πάλης, δισκοβολίας, ακόντιου.

 

 

Δικαστές

 

Όργανα με αποκλειστικό έργο την απονομή της δικαιοσύνης δεν υπήρχαν στη Σπάρτη. Οι κύριοι δικαστές ήταν ταυτόχρονα οι ίδιοι με τους κυριότερους αξιωματούχους της κυβέρνησης: οι δυο βασιλείς, οι εικοσιοκτώ γέροντες και οι πέντε έφοροι.

 

 

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Ο νομικός χαρακτήρας της σπαρτιατικής πολιτείας ήταν ιδιαίτερα στρατιωτικός, με την έννοια ότι η σπαρτιατική νομοθεσία κυρίως κατέτεινε στη συνεχή ενίσχυση της πολεμικής αρετής των Σπαρτιατών. Έως το τέλος του πέμπτου αιώνα οι Σπαρτιάτες δέχτηκαν τους νόμους που αφορούσαν το γάμο, την αγωγή και τη «ζωή της τιμής» καθώς συμφωνούσαν ότι η παραγωγή καλών στρατιωτών ήταν πάνω από τα συμφέροντα και τις απολαύσεις του ατόμου και της οικογένειας. Το σπαρτιατικό πολίτευμα εντασσόταν άλλοτε στα δημοκρατικά και άλλοτε στα αριστοκρατικά πολιτεύματα. Μπορεί να χαρακτηριστεί δημοκρατικό, γιατί ενυπήρχαν σ' αυτό πολλές δημοκρατικές διατάξεις, όπως η ομοιόμορφη ανατροφή και εκπαίδευση των παιδιών, εφήβων και αντρών, τα κοινά συσσίτια και ιδιαίτερα η συμμετοχή του δήμου στην ανάδειξη των βασικότερων αρχών της πολιτείας. Από την άλλη μεριά υπάρχουν και ορισμένα στοιχεία που θα μπορούσαν να το χαρακτηρίσουν αριστοκρατικό, όπως ότι η ανάδειξη των οργάνων της πολιτείας συντελούνταν με ψηφοφορία και όχι με κλήρωση. Χαρακτηριστικό είναι η απονομή της δικαιοσύνης. Λιγοστές αξιόλογες δίκες βρίσκονταν στα χέρια των βασιλέων και των μελών της γερουσίας. Η πλειοψηφία των δικαστικών αποφάσεων ασκούνταν από τους πέντε εφόρους.

 

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΓΕΝΙΚΟ

 

Από τη σύγκριση της νομοθεσίας του Σόλωνα και εκείνης του Λυκούργου, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του Πλουτάρχου, μπορούν να προκύψουν τα εξής:

A) είναι ως προς τις βασικές αρχές διαφορετικές γιατί ανταποκρίνονται σε διαφορετικές οικονομικές , κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες.

Β) οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα φαίνεται ότι ενισχύουν την ανερχόμενη τάξη των εμπόρων και των επαγγελματιών, ενώ του Λυκούργου την αγροτική και στρατιωτική δομή της λακωνικής γης.

Γ) η πολιτική νομοθεσία του Σόλωνα ενδυναμώνει στοιχεία δημοκρατίας, ενώ του Λυκούργου, χωρίς να παραγνωρίζονται τα δημοκρατικά στοιχεία (Απέλλα),έχει περισσότερο αριστοκρατική κατεύθυνση.

Δ) και οι δύο στάθηκαν στο μέσο, φοβούμενοι την απληστία των ολίγων και τις ακρότητες των πολλών. Ο Σόλων, όμως, επέτρεψε την οικονομική και κοινωνική κινητικότητα σε αντίθεση με τον Λυκούργο.

Ε) ο Σόλων, χωρίς να αδιαφορεί για θεσμούς της συλλογικής κοινωνικής ζωής, άφησε πολλά περιθώρια ατομικής ανέλιξης και προοπτικής, ενώ ο Λυκούργος καθυπόταξε κάθε ατομική πρωτοβουλία στις ανάγκες της συλλογικότητας.

ΣΤ) στη νομοθεσία του Σόλωνα η θέση της γυναίκας και γενικότερα του οίκου φαίνονται συντηρητικές σε σχέση με τις αντίστοιχες του Λυκούργου που έδινε ιδιαίτερες ελευθερίες στη γυναίκα, αναγκαίες στη στρατιωτική σπαρτιατική κοινωνική δομή.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Biscardi Arnaldo, Αρχαίο Ελληνικό Δίκαιο, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 1991.

MacDowell D.M., το Δίκαιο στην Αθήνα των κλασσικών χρόνων, Παπαδήμας Αθήνα 1988.

Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι. Σόλων-Ποπλίκας.

Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι . Λυκούργος-Νουμάς, Κάκτος, Αθήνα 1992