www.ekivolos.gr   

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.»

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

«Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού.» 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου»

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

 

Φόροι και φοροδιαφυγή στην Αρχαία Ελλάδα

 

του Πανεπιστημιακού Καθηγητή Δρ. Αθαν. Τσάκωνα

 

(Αθηναϊκή και Σπαρτιατική Πολιτεία) 

 

α.  Είναι γεγονός ότι η έννοια του φόρου διέφερε την αρχαία εποχή από τη σημερινή, αφού με την λέξη «φόροι» στον αρχαίο ελληνικό κόσμο ονομάζονταν οι παροχές που προέρχονταν από τα μέλη της ναυτικής συμμαχίας της Δήλου και που προορίζονταν για την συντήρηση του στόλου, που ήταν απαραίτητος για τους περσικούς πολέμους. Κατά την περίοδο των Ομηρικών χρόνων, γνωρίζουμε ότι υπήρχαν δύο είδη άμεσων φόρων, τα δώρα που προσφέρονταν σε εκτάκτους περιστάσεις και ονομάζονταν δωτίναι και οι περιοδικές εισφορές που καταβάλλονται υποχρεωτικά και τακτικά και ονομάζονταν θέμιστες. Υποστηρίζεται επίσης ότι οι άμεσοι φόροι αυτής της περιόδου καταβάλλονταν σε είδος και δεν ήσαν σε αναλογία προς το εισόδημα ή προς το κεφάλαιο. Οι φόροι αυτοί αποτελούσαν ένα κράμα φόρων και δωρεών, εξελισσόμενοι από το προαιρετικό και το έκτακτο του χαρακτήρα προς το υποχρεωτικό και τακτικό χαρακτήρα. Η τακτική, όμως, αυτή φαίνεται ότι εξόργιζε τους πολίτες εκείνης της περιόδου έτσι, ώστε να θεωρούν ότι ήταν άνιση και άδικη η μεταχείρισή τους εκ μέρους της Αρχής. Αυτή είναι και η πρώτη αντίδρασή τους, λόγω του υποχρεωτικού χαρακτήρα των φόρων.

 

β.  Κατά την εποχή της Αθηναϊκής Πολιτείας, τα έσοδα κατανέμονται σε τρεις κύριες κατηγορίες, τις ακόλουθες: τις λεγόμενες «τακτικές ενδήμους προσόδους», στα «έσοδα από υπερωρίες» και τέλος στις «εκτάκτους προσόδους». Ο φόρος που προέρχονταν από τη φορολογία εσόδων από υπερωρίες, αντικαταστάθηκε αργότερα από την λεγόμενη σύνταξη, η φορολογία δε αυτή καταβαλλόταν από τους συμμάχους της Αθηναϊκής Πολιτείας. Από τα συγγράμματα των Α. Ανδρεάδη και Laum  πληροφορούμεθα ότι, αυτή η φορολογία με τον καιρό εξελίχθηκε σε επαχθή φορολόγηση των Αθηναίων πολιτών και μάλιστα στο σημείο ώστε να ασκήσει καταστρεπτική επίδραση στην ιστορία της Αθήνας. Η δυσφορία των Αθηναίων ήταν έκδηλη και πολλοί ήσαν εκείνοι οι οποίοι προτίμησαν να μετοικήσουν σε άλλη πόλη, προκειμένου να αποφύγουν τις επιπτώσεις μιας παρόμοιας επαχθούς φορολόγησης. Παράλληλα, ήταν επίσης θέμα δικαιοσύνης και ισονομίας να καταβάλλει καθένας από τους Αθηναίους πολίτες την αναλογούσα σε αυτόν εισφορά, όπως τούτο προκύπτει από το λόγο του Δημοσθένη κατά του Περικλέους, ενώ εκείνος που παρέλειπε να καταβάλλει την εισφορά υφίστατο δήμευση της περιουσίας του, δίχως όμως να υπόκειται και στην ποινή της ατιμίας! (Δημοσθ. κ.  Ανδροτ. 690, κ. Τιμοκρ. 752). Εάν, τώρα, κάποιος πολίτης εθεωρούσε τον εαυτό του αδικημένο, επειδή του επιβλήθηκε φόρος (εισφορά) μεγαλύτερος εκείνου κάποιου συμπολίτου του, είχε νόμιμο δικαίωμα να ζητήσει απ’ αυτόν την ανταλλαγή των κτημάτων τους (αντίδοσις). Συνεπώς, τα μέτρα της επιβολής εισφοράς στην αρχαιότητα αφορούσε όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως, προκειμένου η Αθηναϊκή Πολιτεία να μπορέσει να αντιμετωπίσει έκτακτες ανάγκες. Συμπεραίνεται ότι ένας μικρός αριθμός Αθηναίων πολιτών, παρά τα αυστηρά μέτρα, εύρισκε διάφορους τρόπους να φοροδιαφεύγει, είτε παραχωρώντας τα περιουσιακά του αγαθά σε συγγενείς ή και φιλικά πρόσωπα, είτε προσποιούμενος τον πένητα πολίτη!...

Κατά τους χρόνους της Σπαρτιατικής Πολιτείας, ο άμεσος φόρος αναφέρεται σε δύο κυρίως περιπτώσεις. Η πρώτη περίπτωση αφορά τους είλωτες, δηλ. τα μέλη της κατώτερης τάξεως των δημοσίων δούλων της αρχαίας Σπάρτης, οι οποίοι συνεισέφεραν μέρος της δικής τους παραγωγής, δηλ. κατά το μισό φορολογία και κατά το άλλο μισό μίσθωση. Η δεύτερη περίπτωση αφορά τους περίοικους, δηλ. τους πολιτικά και οικονομικά υποδεέστερους πολίτες της Σπάρτης και οι οποίοι κατοικούσαν στα ορεινά και τα παράλια γύρω από τη Σπάρτη. Θα μπορούσαμε να πούμε, γενικά, ότι το οικονομικό σύστημα της Σπάρτης βασιζόταν σε μια φιλοσοφία που απέτρεπε την συγκέντρωση πλούτου. Στους «ομοίους», μέλη της υψηλής κοινωνικής βαθμίδας της Αρχαίας Σπάρτης απαγορευόταν η άσκηση κάποιας παραγωγικής δραστηριότητας, επειδή ασχολούνταν μόνο με τα στρατιωτικά πράγματα. Τις βαριές δουλειές τις έκαναν συνήθως οι είλωτες, ενώ τη γεωργία, τη κτηνοτροφία, τη βιοτεχνία αλλά και το εμπόριο ήταν απασχόληση, κατά κύριο λόγο, των περιοίκων, που κατέβαλλαν ένα κάποιο ποσό φόρου, πλην όμως δεν είναι γνωστό ούτε το όνομα, ούτε το ποσοστό, ούτε και η έκταση αυτού του φόρου. Εξάλλου, ο πλούτος είχε κατανεμηθεί με πολύ άνισο τρόπο ανάμεσα στους Σπαρτιάτες, παρά το πνεύμα ισότητας που εκφράζει η μεταρρύθμιση του Λυκούργου. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πρόσωπα με διακεκριμένη καταγωγή και που άνηκαν ανάμεσα στα περισσότερο εύπορα της πόλης. Ο Αριστοτέλης, τον 4ο αιώνα π.Χ. μας πληροφορεί ότι ορισμένα άτομα είχαν συγκεντρώσει μεγάλα πλούτη, ενώ κάποιοι άλλοι ζούσαν πολύ φτωχά, επειδή η γη βρισκόταν στα χέρια ορισμένων μόνο πολιτών της Σπάρτης. Αλλά και ο Πλούταρχος αναφέρει ότι τον 3ο αιώνα μέρος μόνο των Σπαρτιατών κατείχαν γη. Τέλος, η μόνη κοινωνική τάξη της Αρχαίας Σπάρτης, που έπρεπε να πληρώνει φόρους, ήταν η τάξη των «ομοίων» και που είχαν την υποχρέωση να υπηρετούν στο στρατό της Σπάρτης. Και οι φόροι αυτοί καταβάλλονταν από τους ομοίους, χωρίς διαμαρτυρίες.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η Αρχαία Σπάρτη, ως φτωχή Πολιτεία, που δεν διέθετε άλλες προσόδους, στράφηκε κυρίως προς ένα αποκεντρωτικό σύστημα και προς τους συμμάχους της, διότι εκείνοι ήσαν που επιβαρύνονταν με τις πολεμικές δαπάνες. Δυστυχώς, ελάχιστα στοιχεία και πληροφορίες έχουν περιέλθει σε μας για τα οικονομικά αυτής της Πολιτείας και για τη συμπεριφορά της.

 

γ.  Κατά την διάρκεια των κλασικών χρόνων, τα δημόσια οικονομικά, κατά τον καθηγητή Α. Ανδρεάδη, διαιρούνται στις εξής τέσσερις κατηγορίες του Αριστοτέλη α) την «Βασιλική», β) την «»Σατραπική», γ) την «Τυραννική» και δ) την «Πολιτική», προσθέτει δε και μια ακόμα κατηγορία που την ονομάζει «Ιερά» Δημόσια Οικονομία. Έτσι, τα οικονομικά της Αθηναϊκής Πολιτείας παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα, ως προς εκείνα της «Πολιτικής» Οικονομίας. Αναλυτικότερα, η «Βασιλική οικονομία» ήταν το σύστημα οικονομίας του βασιλιά Δαρείου της Περσίας. Κατά τους χρόνους αυτούς, μόνοι φόροι ήσαν «η ταγή» δηλ. ο φόρος ο οφειλόμενος από τις επαρχίες, που διοικούνταν από τους Σατράπες προς το κράτος και καταβαλλόταν σε είδος και τα «δώρα». Συνεπώς, «η ταγή» και «τα δώρα» ήσαν οι μοναδικοί φόροι που προβλέπονταν από τη «Βασιλική οικονομία».

Η «Σατραπική οικονομία» απέβλεπε στο να εξευρίσκει τους αναγκαίους φόρους για την τοπική διοίκηση και για την καταβολή της «ταγής». Επί πλέον, ο Σατράπης προσέφευγε και σε άλλες φορολογίες, όπως στον «έγγειο φόρο», ένα είδος δεκάτης επί των προϊόντων, στο φόρο επί των ζώων, που λεγόταν «δεκάτη», στον «επικεφάλαιο φόρο», που ήταν κεφαλικός φόρος και, τέλος, τον λεγόμενο «χειρωνάξιο φόρο», που ήταν φόρος επιτηδεύματος.

Η τρίτη κατηγορία αφορούσε την λεγόμενη «Τυραννική οικονομία», όπου οι φόροι ήταν από δυσβάστακτοι έως ανυπόφοροι. Όπως γνωρίζουμε, το τυραννικό καθεστώς το οποίο δεν στηρίζεται στην νομιμότητα αλλά στην αυθαιρεσία και τη βία, χαρακτηρίζεται από αδικαιολόγητη σπατάλη με αποτέλεσμα την αναζήτηση παντός είδους πόρων. Ως προς τον άμεσο φόρο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιβαλλόταν αναγκαστικά σε όλες τις εποχές του χρόνου και με όλες τις γνωστές του μορφές.

Αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία που σχετίζεται με την «Πολιτική οικονομία», θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι πρόκειται για την οικονομία των ελεύθερων ελληνικών πόλεων και ότι η κατηγορία αυτή είχε τα εξής πέντε κύρια χαρακτηριστικά, τα οποία υιοθετούν τόσο ο Α. Ανδρεάδης, όσο και ο Laum. Αυτά είναι: α) έλλειψη τακτικής άμεσης φορολογίας, β) έσοδα που αποτελούνται από έμμεσους φόρους και από τρεις άλλες κύριες πηγές, δηλ. των «λειτουργιών», των «επιδόσεων» και της «εισφοράς» , γ) τον προαιρετικό χαρακτήρα των λειτουργιών, δ) την αυτοτέλεια των δαπανών και εσόδων και, τέλος, ε) την ενοικίαση των δημόσιων προσόδων.

Πάντως, όλες  αυτές οι κατηγορίες εκρίθηκαν  από τους μεταγενέστερους ερευνητές. ως πλέον επιβαρυντικές και αντιλαϊκές για τους καλοπροαίρετους πολίτες της ελληνικής αρχαιότητας.

 

δ.     Χαρακτηριστικά είναι τα όσα μας πληροφορεί παραστατικότατα ο καθηγητής της κλασικής Αρχαιολογίας  Μ. Α. Τιβέριος, αναφορικά με τον τρόπο είσπραξης των δημοσίων εσόδων του Αθηναϊκού κράτους από τους διαφεύγοντες τους φόρους Αθηναίους πολίτες της εποχής εκείνης.

«... Διεθνείς οικονομικές κρίσεις – λέγει ο καθηγητής Τιβέριος – ξέσπασαν και στην Αθήνα τον 4ο π.Χ. αιώνα συνοδευόμενες επίσης από φαινόμενα διαφθοράς. Η φορολογία των συμμάχων ήταν πλέον μακρινό όνειρο, τα έσοδα από την φορολογία των εμπορευμάτων που έφταναν στο Λιμάνι του Πειραιά, λόγω πτώσης των εμπορικών δραστηριοτήτων, είχαν μειωθεί, ενώ η εκμετάλλευση των μεταλλείων του Λαυρίου είχε περιοριστεί. Στην προσπάθειά του, λοιπόν, το αθηναϊκό κράτος να πετύχει αύξηση των οικονομικών πόρων του, κάνει συνεχώς μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό σύστημα. Μια, δε, από τις πιο γνωστές είναι και η μεταρρύθμιση επί άρχοντος Ναυσινίκου (378 – 377 π.Χ) και συνοδεύθηκε από απογραφή της περιουσίας των φορολογουμένων πολιτών. Σύμφωνα με αρχαία μαρτυρία η περιουσία αυτή υπολογίστηκε σε 5.750 τάλαντα. Δεν θα ασχοληθώ με το αξιόπιστο της παραπάνω πληροφορίας. Θα συμπληρώσω μόνο ότι τότε ψηφίστηκε ένας νέος νόμος που προέβλεπε ακόμη πιο βαριές ποινές στους φοροφυγάδες. Για τους τότε φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς έχω αναφερθεί σε μια παλαιότερη επιφυλλίδα μου (27.9.2009). Εδώ απλώς υπενθυμίζω ότι το αθηναϊκό κράτος συνήθως νοίκιαζε τους διαφόρους φόρους έπειτα από δημόσιους διαγωνισμούς. Ο πλειοδότης έδινε αμέσως το συμφωνηθέν ποσό και στη συνέχεια φρόντιζε να το εισπράξει από τους υπόχρεους, φυσικά με το παραπάνω.

Μία χρονιά, στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. ένας πλειοδότης ξέρουμε ότι πλήρωσε ως φόρο επί των εισαγομένων και εξαγομένων από το λιμάνι του Πειραιά προϊόντων 30 τάλαντα και εισέπραξε 36! Κέρδισε, δηλαδή, 6 τάλαντα (περίπου 3.500 μεροκάματα)! Έπειτα από 3 χρόνια ένας άλλος πλειοδότης, πιο γενναιόδωρος, έδωσε στο κράτος για τον ίδιο φόρο 36 τάλαντα, δε γνωρίζουμε όμως το ποσό που κέρδισε. Επειδή ο σχετικός φόρος ήταν 2% επί της αξίας των διακινηθέντων προϊόντων, μπορούμε να υπολογίσουμε τη συνολική τους αξία. Κόστιζαν γύρω στα 1.800-2.000 τάλαντα, ποσό που ισοδυναμούσε σε περίπου με 1.000.000 – 1.200.000 μεροκάματα. Σε δύσκολες οικονομικές καταστάσεις εξυπακούεται ότι δεν υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον για συμμετοχή στους δημόσιους αυτούς διαγωνισμούς. Έτσι το κράτος έπρεπε το ίδιο να φροντίσει για την είσπραξη των φόρων. Μια σχετική ιστορία, η οποία συνέβη κατά τη φορολογική μεταρρύθμιση του 378-377 π.Χ. είναι ενδεικτική. Πρωτοστατεί ο Ανδροτίων Ανδρώνος, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο της αθηναϊκής δημόσιας ζωής. Αυτός, πρότεινε στους Αθηναίους τρεις τρόπους για να γεμίσουν το κρατικό ταμείο: Ο ένας ήταν να βάλουν χέρι στα ιερά τους και να λιώσουν τα χρυσά αφιερώματα που υπήρχαν σ’ αυτά κόβοντας στην συνέχεια χρυσά νομίσματα. Ο άλλος ήταν να επιβάλουν έκτακτους φόρους και ο τρίτος να κυνηγήσουν τους φοροφυγάδες. Όπως ήταν αναμενόμενο, προτιμήθηκε η τρίτη λύση. Ο ίδιος ο Ανδροτίων έπεισε τους Αθηναίους να τον ορίσουν φοροεισπράκτορα που θα αναλάμβανε να εισπράξει τη φοροδιαφυγή,  κάτι που τελικώς και έκανε, όχι όμως με ιδιαίτερη επιτυχία, αν και χρησιμοποίησε καταπιεστικά και ενίοτε απάνθρωπα μέσα. Εισορμούσε με τους μπράβους του σε σπίτια οφειλετών σπάζοντας τις πόρτες και κάνοντας τα στρώματα των κρεβατιών άνω – κάτω  προκειμένου να εντοπίσει κρυμμένους θησαυρούς, βασάνιζε πολίτες για να εισπράξει ακόμη και .... πενταροδεκάρες! Έντρομοι οι ένοικοι εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και πηδώντας από στέγη σε στέγη ζητούσαν καταφύγιο σε γειτονικά τους πρόσωπα.

Ο ίδιος ο  Ανδροτίων – συνεχίζει ο καθηγητής Μ. Τιβέριος – δεν ήταν ένα άμεπτο δημόσιο πρόσωπο, όπως δηλαδή συμβαίνει και με τους σημερινούς φοροεισπράκτορες. Λίγο πριν από τα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα, δοθείσης ευκαιρίας, δεν δίστασε, μαζί με φίλους του, να οικειοποιηθούν εννιάμισι τάλαντα. Καθώς η ... λαδιά αποκαλύφθηκε και οι τότε νόμοι ήταν αυστηροί και εφαρμοσταίοι, καταδικάστηκαν να πληρώσουν το διπλάσιο του ποσού που είχαν καταχραστεί. Αδυνατώντας να πληρώσουν το βαρύ αυτό πρόστιμο και προ του κινδύνου να οδηγηθούν στις φυλακές έθεσαν σε εφαρμογή, με τη βοήθεια πολιτικών φίλων τους, μια νομικίστικη διαδικασία που απέτρεπε την επαπειλούμενη φυλάκισή τους, εξασφαλίζοντας αμέσως και την επιστροφή των εννιάμισι ταλάντων.