www.ekivolos.gr   

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.»

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

«Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού.» 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου»

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

 ΕΝ ΒΥΘΩι Η ΑΛΗΘΕΙΑ*

ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ, ΑΠΟΣΠ. 117

 

Φ. K. ΒΩΡΟΣ

1.

 

Ἀ­πό τή δι­α­τύ­πω­ση τοῦ τί­τλου συ­νά­γον­ται ἄ­με­σα τά ἀ­κό­λου­θα συμ­πε­ρά­σμα­τα :

1. Ὑ­πάρ­χει ἀ­λή­θει­α. 2. Εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη βα­θι­ά. 3. Εἶ­ναι μέ κά­ποιο τρό­πο προ­σι­τή (ἀλ­λι­ῶς ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός γιά τήν ὕ­παρ­ξή της θά ἦ­ταν ἀν­τι­φα­τι­κός).  Τό ἀ­πό­σπα­σμα στό σύ­νο­λό του δέν ἐ­πι­τρέ­πει ἄλ­λο συμ­πέ­ρα­σμα:

ἐτε­ῇ οὐ­δέν ἴδ­μεν· ἐν βυθῷ γάρ ἡ ἀ­λή­θει­α (στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δέν γνω­ρί­ζο­με τί­πο­τα, για­τί ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη στό βά­θος).

Εἶ­ναι φα­νε­ρό on ἐ­δῶ ἔ­χο­με ἕνα βρα­χυ­λο­γι­κό συλ­λο­γι­σμό, ὅπως θά λέ­γα­με χρη­σι­μο­ποι­ών­τας με­τα­γε­νέ­στε­ρη ὁ­ρο­λο­γί­α τῆς Λο­γι­κή­ς[1]· ἔ­χο­με τό συμ­πέ­ρα­σμά του καί μί­α ἀ­πό τίς προ­κεί­με­νες :

 

              Ἐν βυθῷ ἡ ἀ­λή­θει­α

 …………………………..................                                                              


 ἄ­ρα        ἐ­τε­ῇ οὐ­δέν ἴδ­μεν

 

Ἡ πρό­τα­ση πού λεί­πει φαί­νε­ται πώς ἦ­ταν αὐ­το­νό­η­τη γιά τό Δημόκριτο καί τήν ἐ­πο­χή του. Ἀλ­λά στίς δύ­ο προ­τά­σεις πού ἔ­χο­με ἐ­δῶ δι­α­κρίνο­με μί­αν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἀν­τί­φα­ση : ἄν δε­χτοῦ­με τήν πρώ­τη, δέν μπο­ροῦ­με νά δε­χτοῦ­με τή δεύ­τε­ρη, καί ἀν­τί­στρο­φα. Θ’ ἀ­να­ζη­τή­σω­με τό στοι­χεῖ­ο πού λεί­πει, ἐλ­πί­ζον­τας ὅτι καί τό συλ­λο­γι­σμό θ' ἀ­πο­κα­τα­στή­σω­με καί τό κλει­δί γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­του θά ἔ­χω­με· για­τί κά­θε ἔ­ρευ­να γύ­ρω ἀ­πό τήν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­λή­θει­ας εἶ­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη μέ ὅλο τό γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό πρό­βλη­μα[2].

Ἡ ἀ­να­ζή­τη­σή μας ἀν­τι­με­τω­πί­ζει δυ­σκο­λί­ες γιά τούς ἀ­κό­λου­θους λό­γους : 1. Ἡ Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α τοῦ Δη­μο­κρί­του εἶ­ναι ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά μό­νο γνω­στή. 2. Τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα φαί­νον­ται ἑ­τε­ρό­κλι­τα καί ἀ­συμ­βί­βα­στα. 3. Οἱ σχε­τι­κές μαρ­τυ­ρί­ες ἀρ­χαί­ων συγ­γρα­φέ­ων εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κές καί με­ρι­κές κρί­νον­ται ἀ­πό τούς ση­με­ρι­νούς με­ρο­λη­πτι­κές (ἀ­νά­λο­γα μέ τά δι­α­φέ­ρον­τα τοῦ κά­θε συγ­γρα­φέ­α) ἤ δι­α­τυ­πω­μέ­νες μέ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κά σχή­μα­τα με­τα­γε­νέ­στε­ρα[3] 4. Κά­πο­τε τοῦ ἴ­διου συγ­γρα­φέ­α οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες φαί­νον­ται ἀν­τι­φα­τι­κές.  5. Συ­νέ­πει­α τῆς συγ­χύ­σε­ως : Οἱ ση­με­ρι­νοί ἐ­ρευ­νη­τές δι­α­φω­νοῦν ρι­ζι­κά γιά τό νό­η­μα τῆς Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­του.

Αὐ­τή τήν εἰ­κό­να μπο­ροῦν νά τήν ἐ­ξη­γή­σουν τρεῖς ὑ­πο­θέ­σεις : 1. Οἱ γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κές ἀ­πό­ψεις τοῦ Δη­μο­κρί­του ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κά ἀ­σα­φεῖς καί ἀν­τι­φα­τι­κές. 2. Τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα πού ἔ­χο­με καί οἱ μαρ­τυ­ρί­ες τῶν ἀρ­χαί­ων συγ­γρα­φέ­ων δέν εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ἀ­ξι­ό­πι­στα. 3. Πα­ρα­νο­ή­σεις ἔ­χουν γί­νει ἀ­πό τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καί συ­νε­χί­ζον­ται ἀ­κό­μη.

Ἐλ­πί­ζω ὅτι, μέ τήν ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση τῶν ἑρ­μη­νευ­τι­κῶν προ­σπα­θει­ῶν τῶν εἰ­δι­κῶν, μέ προ­σε­κτι­κή με­λέ­τη καί πα­ρα­βο­λή τῶν κυ­ρι­ο­τέ­ρων κει­μέ­νων καί μέ κά­ποιες ἀ­ναγ­καῖες δι­α­σα­φή­σεις σχε­τι­κά μέ τήν ὁ­ρο­λο­γί­α τοῦ Δη­μο­κρί­του, εἶ­ναι δυ­να­τό ν ἀ­να­κα­λύ­ψω­με τό λο­γι­κό ὑ­φά­δι πού συ­ναι­ρεῖ τίς φαι­νο­με­νι­κές ἀν­τι­φά­σεις καί ξε­περ­νᾶ τή σύγ­χυ­ση· ταυ­τό­χρο­να θά ἔ­χω­με πα­ρα­κο­λου­θή­σει μί­αν ἀ­πό τίς θε­με­λι­α­κές καί βα­θυ­στό­χα­στες προ­σπά­θει­ες, πού ἔ­χουν γί­νει στόν το­μέ­α τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς γνώ­σε­ως.

Τό ἀ­πό­σπα­σμα πού χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με ὡς τί­τλο τῆς με­λέ­της δέν ἀ­πο­τε­λεῖ μό­νο τόν πυ­ρή­να τῆς Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­του, ἀλ­λά καί μι­ά προ­ει­δο­ποί­η­ση γιά ὅσους κα­τα­πιά­νον­ται μέ τό πρό­βλη­μα τῆς γνώ­σε­ως : ν βυθῷ ἡ ἀ­λή­θει­α. Ἕ­να σα­φέ­στα­το ὑ­παι­νιγ­μό γιά τό ἀ­πό­σπα­σμα πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ βρί­σκει κα­νείς στήν τε­λευ­ταί­α σε­λί­δα τῆς πρώ­της Κρι­τι­κῆς τοῦ Kant[4]  ὑ­πο­θέ­τω πώς τό ἴ­διο ἀ­ξί­ω­μα εἶ­χε ὁ­δη­γό του στή με­γά­λη προ­σπά­θει­ά του γιά τή δι­ε­ρεύ­νη­ση τῶν ὁ­ρίων τῆς ἀν­θρώ­πι­νης γνώ­σε­ως.

 

 

2.

 

Εἶ­ναι νο­μί­ζω χρή­σι­μη γιά τήν ἔ­ρευ­νά μας ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση ὅτι στήν ἐ­πο­χή τοῦ Δη­μο­κρί­του (ἔ­ζη­σε ἀ­πό τό 460 μέ­χρι τό 370 π. X. πε­ρί­που) τό ὀν­το­λο­γι­κό πρό­βλη­μα εἶ­χε θέ­ση κυ­ρί­αρ­χη καί ἐ­πι­σκί­α­ζε τό γνω­σι­ο­λο­γικό[5]. Οἱ προ­σπά­θει­ες γιά μι­ά νέ­α θε­με­λί­ω­ση τῆς γνώ­σε­ως ἔ­πει­τα ἀ­πό τό φι­λο­σο­φι­κό σει­σμό[6] τοῦ σο­φι­στι­κοῦ δι­α­φω­τι­σμοῦ δέν εἶ­χαν ἀ­κό­μη συν­το­νι­στῆ καί ἡ εἰ­δι­κή ὁ­ρο­λογί­α δέν εἶ­χε δι­α­μορ­φω­θῆ. Ἑπο­μέ­νως οἱ με­τα­γε­νέ­στε­ρες μαρ­τυ­ρί­ες γιά τό θέ­μα πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ δι­α­τυ­πώ­θη­καν μέ τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό σύ­στη­μα πού οἰ­κο­δο­μή­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα (κυ­ρί­ως ἀ­πό τ­όν Πλά­τω­να καί τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη).

Συ­νο­πτι­κά τό πρό­βλη­μά μας πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἔ­τσι :

Τά ἀ­πο­σπάσμα­τα 6, 7, 8, 9, 10 καί 117 ἐκ­φρά­ζουν Σκε­πτι­κι­σμό γιά τήν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων ἤ κατ' ἄλ­λους Ἀ­γνω­στι­κι­σμό. Τό ἀ­πό­σπ. 125 φαί­νε­ται ὅτι, ὅπως πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Bailey[7], ὠ­θε­ῖ τό Σκε­πτι­κι­σμό στά ἄ­κρα, πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας σ' αὐ­τόν καί τή νό­η­ση. Τέ­λος τό ἀ­πό­σπ. 11 δί­νει ἔμ­φα­ση στήν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῆς νο­ή­σε­ως, σέ ἀν­τι­δι­α­στο­λή μέ τήν ἀ­δυ­να­μί­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων νά προ­σπε­λά­σουν τήν ἀ­λή­θει­α.

Οἱ ἀρ­χαῖ­ες μαρ­τυ­ρί­ες προ­σφέ­ρουν ἀ­νά­λο­γη ποι­κι­λί­α πλη­ρο­φο­ρι­ῶν : Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης καί ὁ Φι­λό­πο­νος (μαρ­τυ­ρί­ες 9, 101, 112 καί 113) μᾶς πλη­ρο­φο­ροῦν ὅτι ὁ Δημόκριτος ἔ­βρι­σκε τήν ἀ­λή­θει­α στά φαι­νό­με­να ἤ ταύ­τι­ζε τήν ἀ­λή­θει­α μέ τά φαι­νό­με­να. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης (μάρτ. 112) ἀ­να­φέ­ρει μι­ά δι­α­ζευ­κτι­κή δι­α­τύ­πω­ση το­ῦ Δη­μο­κρί­του, πού τόν ἐμ­φα­νί­ζει σκε­πτι­κι­στή ἤ ἀ­γνω­στι­κι­στή. Ὁ ἐ­πι­κού­ρει­ος Κο­λώ­της, ὅπως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ Πλού­ταρ­χος (ἀ­πό­σπ. 156), τόν κα­τη­γο­ρεῖ γιά μη­δε­νι­στή. Στό πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο ὁ Πλού­ταρ­χος ἐ­πι­κρί­νει τόν Κο­λώ­τη γιά πα­ρα­νό­η­ση τοῦ Δη­μο­κρί­του, καί μᾶς κά­νει γνω­στό ὅτι ὁ Δημόκριτος κα­τα­πο­λέ­μη­σε τόν Ὑ­πο­κει­με­νι­σμό καί τόν Ἀ­γνω­ο­τι­κι­σμό τοῦ Πρω­τα­γό­ρα. Το­ῦ Σέξ­του το­ῦ Ἐμ­πει­ρι­κοῦ οἱ εἰ­δή­σεις (μαρτ. 110, 111 καί 114) εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κές, για­τί ἀ­πό τή μι­ά πα­ρου­σιά­ζουν τό Δημόκριτο νά ἀρ­νῆ­ται τήν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῶν φαι­νο­μέ­νων καί ἀ­πό τήν ἄλ­λη νά θε­ω­ρῆ τά φαι­νό­με­να κρι­τή­ρι­ο τῶν ἀ­δή­λων ἤ νά συμ­φω­νῆ μέ τόν Πλά­τω­να καί νά ἐ­πι­κρί­νη τόν Πρω­τα­γό­ρα.

Ὁ Guthrie[8] συ­νο­ψί­ζει τήν εἰ­κό­να πού προ­σφέ­ρουν oἱ ἀρ­χαῖ­ες πη­γές :

Ὅ,τι δί­νουν οἱ αἰ­σθή­σεις εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό. 2. Ὅ,­τι προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τίς αἰ­σθή­σεις ἀ­πορ­ρί­πτε­ται. 3. Τά αἰ­σθη­τά φαι­νό­με­να ὁδη­γο­ῦν ἔμ­με­σα στή γνώ­ση, 4. Ἡ γνώ­ση εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­δύ­να­τη. 5. Ἀ­πό­λυ­τος Σκε­πτι­κι­σμός δέν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται.

Νε­ώ­τε­ροι καί σύγ­χρο­νοι ἐ­ρευ­νη­τές ἔ­χουν χα­ρα­κτη­ρί­σει τ­ή Γνω­σι­οθε­ω­ρί­α τοῦ Δη­μο­κρί­του ὡς : Φαι­νο­με­νο­λο­γί­α[9], 'Ὀρ­θο­λο­γι­σμό­[10], Σκε­πτι­κι­σμό[11], Ὑ­λι­σμό[12]. Ὁ Bailey, πού ἀ­φι­έ­ρω­σε με­ρι­κές πο­λύ κα­λο­γραμ­μέ­νες σε­λί­δες στό πρό­βλη­μα τοῦ­το, γρά­φει : Σέ κα­μι­ά. ἀ­πό τίς κα­τη­γο­ρί­ες αὐ­τές δέν ἀ­νή­κει ὁ Δημόκριτος· οὔ­τε σκε­πτι­κι­στής εἶ­ναι οὔ­τε φαι­νο­με­νολό­γος οὔ­τε ὀρ­θο­λο­γιστής (δέν εἶ­χε ἀ­κό­μη δι­α­τυ­πω­θῆ —μέ ἔμ­φα­ση γιά τό γνωσι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό μέ­ρος - ὁ τέ­ταρ­τος χα­ρα­κτη­ρι­σμός)· ἡ γνωσι­ω­θε­ω­ρί­α του εἶναι εὐ­φυ­ής καί πα­ρά­δο­ξη (subtle and paradoxical), πάν­τως θε­με­λι­ω­μέ­νη στήν ἀ­το­μι­κή ἀν­τί­λη­ψη γιά τόν κό­σμο.

 

 

3.

 

Ὁ ἀ­σφα­λέ­στε­ρος δρό­μος, γιά νά κα­τα­νο­ή­σω­με τίς ἀν­τι­κρου­ό­με­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες καί ἀ­πό­ψεις καί νά φθά­σω­με σέ κά­ποιο συμ­πέ­ρα­σμα, εἶ­ναι νά ξα­να­κοι­τά­ξω­με τά κεί­με­να.

Ἀ­πό­σπ. 6 : Γιγνώσκειν τέ χρ­ή ἄν­θρω­πον τῷ­δε τῷ κα­νό­νι, ὅτι ἐ­τεῆς ἀ­πήλ­λακται. (Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νά γνω­ρί­ζη σύμ­φω­να μέ τό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ­το, ὅτι εἶ­ναι μα­κρι­ά ἀ­πό τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα).

Ποιό εἶ­ναι τό νό­η­μα τοῦ ἀ­πο­σπά­σμα­τος; Ὁ ἄν­θρω­πος μέ τίς αἰ­σθή­σεις του δέν συλ­λαμ­βά­νει τήν οὐ­σί­α τῶν πραγ­μά­των, εἴ­τε για­τί ἡ φύ­ση θέ­λει νά κρύ­βε­ται (πρβλ, τό ἡ­ρα­κλεί­τει­ο ἀ­πό­σπ, 123 : Φύσ­ις κρύπ­τε­σθαι    φι­λεῖ) εἴ­τε για­τί τά αἰ­σθη­τή­ρι­α ὄρ­γα­να τοῦ ἀν­θρώ­που δέν εἰ­σχω­ροῦν στήν οὐ­σί­α τῶν πραγ­μά­των,

Ὁ Kullmann, ἐ­ξη­γών­τας τό ἀ­πό­σπ, τοῦ­το ὡς ἀν­τίρ­ρη­ση τοῦ Δη­μο­κρί­του στόν Πρω­τα­γό­ρα, ση­μει­ώ­νει : Οἱ αἰ­σθή­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που, τά φαι­νό­με­να, δέν ἀ­πο­τε­λοῦν πιά γε­νι­κό κρι­τή­ρι­ο γιά τήν ἀ­λή­θει­α[13]. Μή­πως τό ἀ­ξί­ω­μα ἐκ­φρά­ζει ἕ­να ρι­ζι­κό, θε­με­λι­α­κό. Σκε­πτι­κι­σμό; Κα­θό­λου­[14]. Δι­α­κη­ρύσ­σει ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μα­κρι­ά ἀ­πό τήν ἀ­λή­θει­α· μ’ αὐ­τό τό νό­η­μα συμ­φω­νεῖ καί μέ τόν τί­τλο· ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη βα­θι­ά· χρει­ά­ζε­ται μό­χθος γιά τήν ἀ­να­κά­λυ­ψή της. Πῶς ὁ Δημόκριτος ἔ­φτα­σε σ' αὐ­τό τό ἀ­ξί­ω­μα; Νο­μί­ζω πώς ἡ ἀ­πάν­τη­ση βρί­σκε­ται στά ἑ­πό­με­να 4 ἀ­πο­σπά­σμα­τα, πού κα­τά ἕ­να μέ­ρος ἀ­πορ­ρέ­ουν ἀ­πό τήν ἀ­το­μι­κή θε­ω­ρί­α γιά τ­ίς αἰ­σθή­σεις.

Ἀ­πο­σπ. 7 : δ­η­λο­ῖ μέν δή καί οὗτος ὁ λό­γος, ὅτι ἐτεῇ οὐ­δέν ἴ­σμεν πε­ρί οὐδενός, ἀλλ’ ἐ­πιρυσμί­η ἑ­κά­στοι­σιν ἡ δό­ξις. (Καί ὁ ἀ­κό­λου­θος λό­γος τό φα­νε­ρώ­νει, ὅτι τί­πο­τα δέν γνω­ρί­ζο­με γιά τί­πο­τα, ἀλ­λά γιά τόν κα­θέ­να ἡ γνώ­μη του εἶ­ναι ἕ­να ρεῦ­μα ἀ­πό ἄ­το­μα ἤ ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν αἰ­σθή­σε­ων).

Πο­λύ σω­στά ἔ­χει το­νι­στῆ ὅτι ὁ ὁ­ρος ἐτεῇ ἀ­να­φέ­ρε­ται στή μό­νη γιά τούς Ἀ­το­μι­κούς πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ἄ­το­μα καί κε­νόν)· Θ­ά τόν ξα­να­βροῦ­με στό ἀ­πό­σπ. 125 πού θά μᾶς ἀ­πα­σχό­λη­ση πι­ό κά­τω. Ἡ φρά­ση δόξις ἐπιρυσμίη  σχε­τί­ζε­ται μέ τή γε­νι­κή θε­ω­ρί­α τῶν Ἀ­το­μι­κῶν γιά τίς αἰ­σθή­σει­ς[15]  .

Ἀ­πό­σπ. 8 : Καί­τοι δῆ­λον ἔ­σται ὅτι ἐ­τεῇ οἷ­ον ἕ­κα­στον γιγνώ­σκειν ἐν ἀ­πόρῳ ἐ­στί. (Καί ὅ­μως θά γί­νη φα­νε­ρό ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος στήν προ­σπά­θει­ά του νά γνω­ρί­ση τί πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι τό κα­θε­τί βρί­σκε­ται σέ ἀ­μη­χα­νί­α).

Ἐν ἀ­πό­ρῳ ἐστί ση­μαί­νει δι­σταγ­μό, ἀ­μη­χα­νί­α, προ­βλη­μα­τι­σμό, ὄ­χι ὁ­μως ὁ­ρι­στι­κό ἀ­πο­κλει­σμό ἀ­πό τή δυ­να­τό­τη­τα. Ἡ ἀ­πο­ρί­α αὐ­τή προ­έρ­χε­ται καί ἐ­ξη­γε­ῖ­ται ἀ­πό τή φυ­σι­ο­λο­γι­κή ἰ­δι­ορ­ρυθ­μί­α στή λει­τουρ­γί­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων, ὅπως δι­α­φαί­νε­ται στό προ­η­γού­με­νο ἀ­πό­σπα­σμα καί στό ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νο.

Ἀ­πο­σπ. 9: Ἡμεῖς δέ τῷ μέν ἐ­όν­τι οὐ­δέν ἀ­τρ­ε­κές συνί­ε­μεν, μ­ε­τα­πῖ­πτον δέ κα­τά τε σώ­μα­τος δι­α­θή­κην καί τῶν ἐ­πεισι­όν­των καί τῶν ἀντι­στη­ριζόντων. (Ἐ­μεῖς στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δέν γνω­ρί­ζο­με τί­πο­τα τό ἀ­λη­θι­νό ἀλ­λά μό­νο ὅ,τι με­τα­βάλ­λε­ται ἀ­νά­λο­γα μέ τή δι­ά­θε­ση τοῦ σώ­μα­τος καί τῶν ἀ­τό­μων πού μπαί­νουν ἤ πού ἀν­τι­στέ­κον­ται μέ­σα σ' αὐ­τό).

Τό ἀ­πό­σπα­σμα τοῦ­το δέν μπο­ρεῖ νά κα­τα­νο­η­θῆ, χω­ρίς ἀ­να­φο­ρά στο πώς οἱ  Ἀ­το­μι­κοί ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται τή λει­τουρ­γί­α τῶν αἰ­σθή­σε­ω­ν[16]. Γέ­νε­ση καί φθο­ρά ὀ­φεί­λον­ται στή δι­αρ­κή κί­νη­ση καί τούς με­τα­βαλ­λό­με­νους σχη­μα­τι­σμούς τῶν ἀ­τό­μων· ἔτσι ἑρ­μη­νεύ­ει στήν πε­ρί­πτω­ση (μαρτ, 9) ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη­ς· γιά πά­θη τῆς αἰ­σθ­ή­σε­ως ἀλ­λοι­ου­μέ­νης κά­νει λό­γο ὁ Θε­ό­φρα- στός, καί ἐ­ξη­γεῖ ὅτι τό σχῆ­μα με­τα­πῖ­πτον ἐρ­γά­ζε­ται τήν ἡ­με­τέρ­αν ἀλ­λοί­ωσιν (μαρτ, 135, 63)· πε­ρί εἰδώ­λων ἔ­ξω­θ­εν προ­σιόν­των κά­νει λό­γο ὁ Ἀ­έ­τι­ος, πού ἐ­ξη­γεῖ τάς αἰσ­θήσεις . . . ἑτε­ροι­ώ­σεις εἶ­ναι τοῦ σ­ώ­μα­τος (μάρτ. 30). Τό νό­η­μα τοῦ ἀ­πο­σπ, εἶ­ναι κα­θα­ρό καί σύμ­φω­νο μέ τήν ἀ­το­μι­κή θε­ω­ρί­α. Δέν ἀρ­νε­ῖ­ται τή δυ­να­τό­τη­τα τῆς γνώ­σε­ως, οὔ­τε ἀρ­νε­ῖ­ται ν' ἀ­να­γνω­ρί­ση τήν αἰ­σθη­τη­ρι­α­κή ἀν­τί­λη­ψη ὡς πη­γή ἀ­λη­θι­νῆς πλη­ρο­φο­ρή­σε­ώς μας γιά τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα· εἶ­ναι μᾶλ­λον μί­α ἔν­δει­ξη τῶν ὁ­ρί­ων τῆς γνώ­σε­ως, πού σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τήν πη­γή αὐ­τή (τίς αἰ­σθή­σεις)[17]. Ἐ­πί πλέ­ον εἶ­ναι ἡ πρώ­τη προ­σπά­θει­α γιά νά ἀν­τι­κρύ­σω­με τήν ἀ­λή­θει­α χω­ρίς στα­τι­κό­τη­τα[18]· ὁ Δημόκριτος ἀν­τι­κρύ­ζει τά πράγ­μα­τα σέ κα­τά­στα­ση δι­αρ­κοῦς κι­νή­σε­ως καί ἀλ­λα­γῆς, σέ ἀν­τί­θε­ση μέ ὅ­λη τήν κλα­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, πού γνή­σι­α γνώ­ση δέν ἐν­νο­οῦ­σε πα­ρά μό­νο ἄν τό ἀν­τι­κεί­με­νό της ἦ­ταν ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο[19]­.

Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος εἶ­χε ἐ­πι­σημά­νει τή ρο­ή τῶν πάν­των ὁ Δημόκριτος ἐ­πι­χεί­ρη­σε νά συλ­λά­βη τήν ἀ­λή­θει­α μέ­σα ἀ­πό τή ρευ­στό­τη­τα.

Ἀ­πό­σπ, 10 : Ἐ­τεῇ μέν νῦν ὅτι oἷov ἕ­κα­στον ἔ­στιν ἤ οὐκ ἔ­στιν οὐ συ­νίσ­μεν, πολ­λα­χῇ δεδή­λω­ται. (Ἔχει γί­νει μέ πολ­λούς τρό­πους φα­νε­ρό ὅτι δέν ξέ­ρο­με: πώς πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι ἤ δέν εἶ­ναι τό κα­θε­τί),

Ἡ με­λέ­τη τῶν πα­ρα­πά­νω ἀ­πο­σπα­σμά­των ἀ­φή­νει τήν ἐν­τύ­πω­ση ὅτι οἱ αἰ­σθή­σεις δέν κο­μί­ζουν γνώ­ση ἀ­λη­θι­νή καί ἀν­τι­κει­με­νι­κή. Ἴ­σως μά­λι­στα κά­ποιος Σκε­πτι­κι­σμός γε­νι­κώ­τε­ρος δι­α­φαί­νε­ται στό πρῶ­το ἀν­τίκρυ­σμα. Ἀλ­λά ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐ­κτί­μη­ση, εἶ­ναι βια­στι­κή, ἄν δέν με­λε­τη­θοῦν τά ἑ­πό­με­να δύ­ο ἀ­πο­σπά­σμα­τα, πού μι­λοῦν εὔ­γλωτ­τα γιά τή δυ­να­τό­τη­τα νά φτά­σω­με σέ ἀ­λη­θι­νή γνώ­ση τοῦ κό­σμου, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἄλ­λο γνω­στι­κό μέ­σο. Φαί­νε­ται πώς μέ τόν πε­ρι­ο­ρι­σμό τῶν τύ­πων ἴδ­μεν καί συ­νίεμεν στά αἰ­σθη­τη­ρι­α­κά δε­δο­μέ­να καί μέ τήν ἑρ­μη­νεί­α τῶν ἀ­πο­σπ. 7 καί 9 σέ σχέ­ση μέ τήν ἀ­το­μι­κή ἄ­πο­ψη γιά τή λει­τουρ­γί­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων, μπο­ροῦ­με νά χα­ρα­κτη­ρί­σου­με τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα πού με­λε­τή­σα­με (6, 7, 8, 9 ­και 10) ὡς εἰ­σα­γω­γι­κό κε­φά­λαι­ο μιᾶς Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας, πού σέ γε­νι­κές γραμμές ὁλο­κλη­ρώ­νε­ται μ' αὐ­τά πού ἀ­κο­λου­θοῦν. Μο­λο­νό­τι κα­τέ­χο­με θραύσμα­τά τῆς μο­να­χά, μπο­ροῦ­με νά σχη­μα­τί­σω­με τήν εἰ­κό­να τοῦ συ­νό­λου[20].

Ἀ­πό­σπ. 11 : Γνώ­μης δε δύο εἰσίν ἰ­δέ­αι, ἡ μέν γνησαί­η, ἡ δέ σκο­τί­η· καί σκο­τί­ης μέν τάδε σύ­μπ­αν­τα, ὄψις, ἀκο­ή, ὀδ­μή, γε­ῦσις, ψα­ύσις. Ἡ δέ γνη­σί­η, ἀ­ποκε­κρι­μέ­νη δέ ταύτης. . . Ὅ­ταν ἡ σκο­τί­η μη­κέ­τι δύ­νη­ται μή­τε ὁ­ρῆν ἐπ’ ἔ­λατ­τον μή­τε ἀκούειν μή­τε ὀδ­μᾶ­σθ­αι μή­τε γε­ύε­σθαι μή­τε ἐν τῇ ψαύ­σ­ει αἰ­σθάνε­σθαι, ἀλλ’ ἐπί λε­πτό­τε­ρον [δέῃ ζητεῖν,τό­τε ἐ­πι­γί­νε­ται ἡ γνη­σί­η ἅ­τε ὄργα­νον ἔ­χουσ­α τοῦ νῶ­σαι λε­πτό­τε­ρον]. (Ὑ­πάρ­χουν δύ­ο εἴ­δη γνώ­σε­ως, ἡ γνή­σι­α καί ἡ σκο­τει­νή· τῆς σκο­τει­νῆς τά ὄρ­γα­να ὅ­λα κι ὅ­λα εἶ­ναι ἡ ὅ­ρα­ση, ἡ ἀ­κο­ή, ἡ ὄ­σφρη­ση, ἡ γεύ­ση καί ἡ ἁ­φή. Ἡ ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ γνή­σι­α καί εἶ­ναι ξέ­χω­ρη ἀ­πό αὐ­τη… Ὅ­ταν ἡ σκο­τει­νή δέν μπο­ρῆ πιά οὔ­τε νά βλέ­πη σέ μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα οὔ­τε νά ἀ­κού­η οὔ­τε νά ὀ­σφραί­νε­ται οὔ­τε νά γεύ­ε­ται οὔ­τε νά αἰ­σθά­νε­ται μέ τήν ἁ­φή, ἀλ­λά πρέ­πει νά κά­νη λε­πτό­τε­ρη ἀ­να­ζή­τη­ση, τό­τε πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ γνή­σι­α, πού ἔ­χει ὄρ­γα­νο κα­τάλ­λη­λο γιά νά κατα­νο­ή­ση πι­ό λε­πτά).

Πα­ρα­θέ­το­με τίς ἄ­πο­ψεις πού ἔ­χει προ­σφέ­ρει ἡ ἔ­ρευ­να καί προ­σθέ­το­με ὅ­σες δι­ευ­κρι­νή­σεις κρί­νον­ται ἀ­ναγ­καῖ­ες:

1. Τό βά­ρος πέ­φτει στούς ὅ­ρους γνώ­μη σκο­τί­η καί γνώ­μη γνη­σί­η­[21].

2.Ἡ σκο­τί­η γνώ­μη εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι ἀν­τι­στοι­χεῖ στίς ἀ­πό­ψεις πού γνω­ρί­σα­με ἤ­δη (ἀ­πό­σπ. 6-10), Αὐ­τές ἐκ­φρα­ζουν ­Σκε­πτι­κι­σμό γιά τή δυ­να­τό­τη­τα τῶν αἰ­σθή­σε­ων νά συλ­λά­βουν τήν ἀ­λή­θει­α (sensory scepticism).

3.Ἡ γνη­σί­η γνώ­μη ὅ­μως δεί­χνει ὅτι ὁ Δημόκριτος ξε­περ­νᾶ τό Σκε­πτι­κι­σμό καί δι­α­κη­ρύσ­σει κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά ὅτι ἡ γνώ­ση εἶ­ναι δυ­να­τή[22] μέ κά­ποιο ἀ­νώ­τε­ρο γνω­στι­κό μέ­σο. Ποιό εἶ­ναι αὐ­τό; Οἱ πη­γές μας δέν τό δι­ευ­κρι­νί­ζουν. Δέν ἔ­χο­με κα­μι­ά ἔν­δει­ξη ὅτι ἡ γνησί­η γνώ­μη ἀν­τι­στοι­χεῖ στ­ή νό­η­ση[23], ὅτι ἐκ­φρά­ζει τή δι­α­νο­η­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, ἀλ­λά οἱ ὄ­ροι πού εἰ­σα-

γω­γι­κά χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ Σέξ­τος καί πού ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται ἀ­πό τόν Γα­λη­νό στό ἀ­πό­σπ, 125, ἡ ἀν­τί­στοι­χη ἀν­τι­δι­α­στο­λή γνη­σί­η-σκο­τί­η στό δημο­κρί­τει­ο κεί­με­νο καί τό γε­νι­κώ­τε­ρο νό­η­μα τοῦ κει­μέ­νου ὠ­δή­γη­σαν τ­ούς πι­ό πολ­λούς στό νά ταυ­τί­ζουν τή γνη­σί­η γνώ­μη μέ τή δι­ά­νοι­α ἤ τή δι­α­νο­η­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἤ κά­τι ἀ­νά­λο­γο[24].

4. Δέν ἔ­χο­με κα­μι­ά ἔν­δει­ξη, γιά νά θε­ω­ρή­σω­με τή μί­α ἀ­λη­θι­νή καί τήν ἄλ­λη ψεύ­τι­κη[25], οὔ­τε τή μί­α κρι­τή­ρι­ο τῆς ἄλ­λης[26]· πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά δύ­ο βαθ­μί­δες στή γνω­στι­κή προ­σπά­θει­α τοῦ ἀν­θρώ­που· ἡ δεύ­τε­ρη εἶ­ναι τε­λει­ό­τε­ρη ἀ­πό τήν πρώ­τη, βε­βαι­ό­τε­ρη καί ἀ­κρι­βέ­στε­ρη[27] . Ἡ γνη­σί­η ὅ­μως γνώ­μη προ­ῦπο­θέ­τει τή σ­κο­τί­η καί τή συμ­πλη­ρώ­νει· δέν φαί­νε­ται νά μπο­ρῆ ἡ γνησί­η νά λει­τουρ­γή­ση χω­ρίς τά δε­δο­μέ­να τῆς σκο­τί­ης. Πρέ­πει νά δι­ευ­κρι­νι­σθῆ ἐ­δῶ ὅτι ὁ Δημόκριτος, εἴ­τε ἀν­τι­λέ­γον­τας στόν πρω­τα­γόρει­ο Ὑ­πο­κει­με­νι­σμό, ὅπως μᾶς πλη­ρο­φο­ροῦν οἱ ἀρ­χαῖ­ες πη­γές (μαρτ. 110, 112, 113) καί ὑ­πο­στη­ρί­ζουν[28] οἱ ση­με­ρι­νοί, εἴ­τε οἰ­κο­δο­μών­τας ἀ­νε­ξάρ­τη­τα δι­κή του, κρι­τι­κή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α, ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τίς αἰ­σθή­σει­ς[29] καί, μο­λο­νό­τι ἀρ­νε­ῖ­ται τή δυ­να­τό­τη­τά τους νά προ­σφέ­ρουν γνώ­ση ἀ­λη­θι­νή, προ­χω­ρεῖ στήν ἀ­να­ζή­τη­σή της, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τό ὑ­λι­κό πού κο­μί­ζουν οἱ αἰ­σθή­σεις καί ὑ­πο­βάλ­λον­τάς το σέ μί­α ὁλο­φά­νε­ρα δι­α­νο­η­τι­κή δι­ερ­γα­σί­α. Δέν δι­α­φαί­νε­ται στό κεί­με­νο (οὔ­τε στίς μαρ­τυ­ρί­ες) ὅτι τή γνη­σί­η γνώ­μη τή στη­ρί­ζει που­θε­νά ἀλ­λο­ῦ ἐ­κτός ἀ­πό τό ὑ­λι­κό τῶν αἰ­σθη­σε­ω­ν[30]. Αυ­τή τήν ἑρ­μη­νεί­α τή δι­ευ­κο­λύ­νει καί τό ἑ­πό­με­νο κεί­με­νο.

Ἀ­πο­σπ. 125 : Νόμῳ χροιή, νόμῳ γλυκ­ύ, νόμῳ πι­κρόν… Ἐτεῇ δ’ ἄ­το­μα καί κε­νόν...Τά­λαι­να φρήν, παρ’ ἡ­μέων λα­βοῦσα τάς πίστεις ἡ­μέ­ας καταβάλλεις; Πτῶ­μα τοί τό κα­τά­βλη­μα. (Συμ­βα­τι­κά ὑ­πάρ­χει χρῶ­μα, συμ­βα­τι­κά γλυ­κό, συμ­βα­τι­κά πι­κρό... Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πάρ­χουν ἄ­το­μα καί κε­νό… Τα­λαί­πω­ρη δι­ά­νοι­α, ἀ­φοῦ πῆ­ρες ἀ­πό μᾶς τίς πλη­ρο­φο­ρί­ες.ἐ­μᾶς προ­σπα­θεῖς νά νι­κή­σης; Ἡ νί­κη σου θά εἶ­ναι ἡ πτώ­ση σου)[31].

Ἐ­δῶ πρό­κει­ται γιά ἀν­τι­δι­κί­α ἀ­νά­με­σα στίς αἰ­σθή­σεις καί τή δι­ά­νοι­α. Οἱ αἰ­σθή­σεις δι­εκ­δι­κο­ῦν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τοῦ ρό­λου τους στή γνω­στι­κή δι­α­δι­κα­σί­α· μέ ἔμ­φα­ση το­νί­ζουν πώς τό λο­γι­κό (φρήν) δέν μπο­ρεῖ νά καυ­χι­έ­ται γιά τό γνω­στι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα σάν νά εἶ­ναι δι­κό του μό­νο ἔρ­γο· τέ­τοια ἀ­λα­ζο­νεί­α ὁ­δη­γεῖ τό νοῦ στήν πτώ­ση. Τό πρῶ­το μέ­ρος τοῦ ἀ­πο­σπ. μοιά­ζει μέ τό 117, πού εἴ­δα­με στήν ἀρ­χή, Ἄν αὐ­τή ἡ ἄ­πο­ψη δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κά στίς αἰ­σθή­σεις (μέ­ρος τῆς γνω­στι­κῆς μας δρα­στη­ρι­ό­τη­τας), πῶς εἶ­ναι δυ­να­τό ταυ­τό­χρο­να νά δι­α­τυ­πώ­νε­ται (ἀν­τι­θε­τι­κά μά­λι­στα, μέ τό δέ) τό ἄλ­λο σκέ­λος τῆς πε­ρι­ό­δου: ἐ­τεῇ δ’ ἄ­το­μα καί κε­νόν; Αὐ­τή ἡ τε­λευ­ταί­α πρό­τα­ση εἶ­ναι ἡ θε­με­λι­α­κή ἄ­πο­ψη τῶν Ἀ­το­μι­κῶν· πρό­τα­ση ἄ­χρο­νη (tenseless), για­τί οἱ ὀν­τό­τη­τες πού δη­λώ­νον­ται μέ τούς ὅ­ρους της νο­οῦν­ται κατ' ἀ­νάγ­κην ἀ­νε­ξάρ­τη­τες ἀ­πό τό χρό­νο[32]. Αὐ­τή ἡ ἀ­λή­θει­α (ἐτεῇ ἄ­το­μα καί κενόν) ἀ­πο­τε­λεῖΐ τή μο­να­δι­κή πού δέ­χον­ταν οἱ ’Ἀ­το­μι­κοί· αὐ­τή ἀν­τι­στοι­χεῖ στό ἐν βυθῷ ἡ ἀ­λή­θει­α.

Εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρον ν’ ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με πῶς ὁ Δημόκριτος ἔ­φτα­σε στό συμ­πέ­ρα­σμα αὐ­τό: νόμῳ χροιή) κλπ. Οἱ προκεί­με­νες γιά ἕ­να συλ­λο­γι­σμό μπο­ροῦν ν' ἀ­να­ζη­τη­θοδν στά ἀ­πο­σπ. 7 καί 9. Ἐ­κεῖ λέ­γε­ται ὅτι τά δε­δο­μέ­να τῶν αἰ­σθή­σε­ων εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα με­τα­βαλ­λό­με­νων ὅ­ρων : ἀ­το­μι­κῆς μορ­φῆς τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου καί ἀ­το­μι­κῆς δι­α­θέ­σε­ως τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου, ὅπως θά λέ­γα­με σή­με­ρα γιά νά δη­λώ­σω­με ὅ,­τι καί ὁ Δημόκριτος μέ τούς ὅ­ρους ἐπιρυσ­μί­η, δι­α­θή­κη­ν, ἐ­πεισιόν­των καί ἀν­τι­στη­ριζόντων. Ἀ­πό τίς προ­κεί­μενες πέ­ρα­σε σέ μί­α γε­νί­κευ­ση: νό­μῳ χροι­ή[33]. Πρό­κει­ται γιά ἐ­πα­γω­γι­κή κί­νη­ση τῆς δι­ά­νοι­ας· τέ­τοιου εἴ­δους γε­νι­κεύ­σεις πο­τέ δέν ἐ­ξαν­τλοῦν τά πα­ρα­δείγ­μα­τα, κά­νουν ἕ­να λο­γι­κό ἅλ­μα, ἀλ­λά εἶ­ναι δε­κτές, ἐφ' ὅ­σον κα­θη­με­ρι­νά ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ται, καί δέν συ­ναν­τοῦν κά­ποια δι­ά­ψευ­ση. Ἡ γε­νί­κευ­ση νόμῳ χο­οι­ή ὄ­χι μό­νο συμ­φω­νεῖ μέ τά σκε­πτι­κι­στι­κά ἀ­πο­σπά­σμα­τα (6, 7, 8, 9 καί 10), ἀλ­λά ἀ­πορ­ρέ­ει λο­γι­κά ἀπ' αὐ­τά. Ἡ ἴ­δι­α γε­νί­κευ­ση (Σκε­πτι­κι­σμός γιά τίς αἰ­σθή­σεις) ὡ­δή­γη­σε τ­ούς ἀ­το­μι­κούς ὄχι σέ κα­θο­λι­κό Σκε­πτι­κι­σμό ἤ Ἀ­γνω­στι­κι­σμό, ἀλ­λά σέ μί­α με­γα­λο­φυ­ή ὑ­πό­θε­ση, τήν ὑ­πό­θε­ση γιά τά ἄ­το­μα καί τό κε­νό,

 

 

4.

 

Ἀ­πο­μέ­νει ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σω­με μί­α σο­βα­ρή ἀν­τίρ­ρη­ση, πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν πι­ό ἀ­ξι­ό­πι­στη πη­γή. Πρό­κει­ται γιά τίς πλη­ρο­φο­ρί­ες πού δί­νει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης γιά τή Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α τοῦ Δη­μο­κρί­του :

1.Τἀ­λη­θές ἐν τῷ φαί­νε­σθαι (μαρτ. 9),

2.Τό ἀ­λη­θές εἶ­ναι τό φαι­νό­με­νον (μαρτ, 101),

3.Τό φαι­νό­με­νον κα­τά τήν αἴσθησιν ἐξ ἀ­νάγ­κης ἀ­λη­θές εἶ­ναι (μαρτ, 112),

4. Ἤτοι οὐδέν ἀ­λη­θές εἶ­ναι ἤ ἡ­μῖν γε ἄ­δ­η­λον (μαρτ, 112).

Μί­α συ­να­φής μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Φι­λό­πο­νου (μαρτ, 113) ἀ­πό σχό­λι­ό του στό ἀ­ρι­στο­τε­λι­κό κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ προ­έ­κτα­ση τῆς ἴ­διας πη­γῆς, καί δέν θά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­ση χω­ρι­στά.

Δι­α­πι­στώ­σεις:1. Οἱ πα­ρα­πά­νω μαρ­τυ­ρί­ες φαί­νον­ται ὡς ἀν­τί­θε­ση στά ἀ­πο­σπ. 6-10, 2. Οἱ τρεῖς πρῶ­τες ἀ­πο­τε­λοῦν ἀν­τί­θε­ση στά ἀ­πο­σπ, 11 καί 117 ἤ τά ἀ­γνο­οῦν (γνώ­μη σκο­τί­η - γνώ­μη γνησαί­η, αἰ­σθή­σεις-φρήν). 3. Ἡ τέ­ταρ­τη μαρ­τυ­ρί­α ἔρ­χε­ται σέ ἀν­τί­θε­ση καί μέ τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα καί μέ τίς τρεῖς προ­η­γού­με­νες μαρ­τυ­ρί­ες. Οἱ τρεῖς προ­η­γού­με­νες ἐκ­φρά­ζουν ἐμ­πι­στο­σύ­νη στίς αἰ­σθή­σεις, στά φαι­νό­με­να, ἡ τε­λευ­ταῖ­α ἐκ­φρα­ζει ἀ­πό­λυ­το Σκε­πτι­κι­σμό ἤ Ἀ­γνω­στι­κι­σμό,

Ἡ πρώ­τη μαρ­τυ­ρί­α δέν γεν­νᾶ δυ­σκο­λί­ες· συμ­βι­βά­ζε­ται μέ τή γνω­σι­οθε­ω­ρη­τι­κή ἄ­πο­ψη πού ὑ­πο­στη­ρί­ζο­με: ἡ ἀ­λή­θει­α βρί­σκε­ται μέ­σα στά φαι­νό­με­να· οἱ αἰ­σθή­σεις συλ­λαμ­βά­νουν φαι­νό­με­να καί ἡ νό­η­ση (φρήν) βγά­ζει μέ­σα ἀ­πό αὐ­τά τήν ἀ­λή­θει­α.

Προ­σπα­θών­τας νά ἐ­ξη­γή­ση τή φρα­σε­ο­λο­γί­α τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη γιά τή δη­μο­κρί­τει­α γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α ἡ Helen Weiss στήν εἰ­δι­κή γι' αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο με­λέ­τη της, πού ση­μει­ώ­σα­με πι­ό πά­νω, κα­τέ­λη­ξε στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅτι ὁ Στα­γι­ρί­της κρί­νει τίς ἀ­πό­ψεις τῶν Ἀ­το­μι­κῶν μέ τό πρί­σμα τῆς δι­κῆς του φι­λο­σο­φί­ας, μέ­σα ἀ­πό τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα, πού ἐ­κε­ῖ­νος καί ὁ δά­σκα­λός του εἶ­χαν οἰ­κο­δο­μή­σει· ἐ­πι­ση­μαί­νει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ὅτι ὁ Δημόκριτος δέν χρη­σι­μο­ποι­εῖ τό νοῦ ὡς δύ­να­μη γιά τήν εὕ­ρε­ση τῆς ἀ­λή­θει­ας καί δέν μι­λᾶ γιά νο­η­τά (τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό ζεῦ­γος νο­η­τά-αἰ­σθη­τά καί τό ἀν­τί­στοι­χο ἀ­λή­θει­α-ψε­ῦδος, ἀν­τα­πο­κρι­νό­με­να στό Εἶ­ναι καί τό Γί­γνε­σθαι, εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τῆς πλα­τω­νι­κῆς Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας)· ἄ­ρα ὁ Δημόκριτος ζη­τοῦ­σε τήν ἀ­λή­θει­α μέ­σα στό βα­σί­λει­ο τῶν αἰ­σθη­τῶν, πού ἐ­δῶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται καί τά ἀ­το­μα· ἔ­τσι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης κα­τέ­λη­ξε ν' ἀ­πο­δώ­ση στό Δη­μόκ­ρι­το τόν ταυ­τι­σμό φαι­νο­μέ­νων (αἰ­σθη­τῶν) καί Ἀ­λή­θει­ας. Γρά­φον­τας ὁ Ἀριστοτέλης τό ἀ­λη­θές εἶ­ναι τό φαι­νό­με­νον, μᾶς με­τα­φέ­ρει τήν πε­ποί­θη­ση το­ῦ Δη­μο­κρί­του ὅτι ὅλη ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα βρί­σκε­ται στά αἰ­σθη­τά, στά φυ­σι­κά σώ­μα­τα, ὅτι δέν ὑ­πάρ­χει ὑ­πε­ραι­σθη­τή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και ὅτι μό­νο ξε­κι­νών­τας ἀπό τά δε­δο­μέ­να τῶν αἰ­σθή­σε­ων εἶ­ναι δυ­να­τό νά φτάσω­με στήν ἀ­λή­θει­α[34]. Ἔτσι ἡ δεύ­τε­ρη καί ἡ τρί­τη ἀ­πό τίς μαρ­τυ­ρί­ες τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη συμ­φω­νοῦν μέ τήν πρώ­τη, πού καί ὁ Δημόκριτος θ­ά τήν ὑ­πέγρα­φε γι’ αὐ­θεν­τι­κή δι­α­τύ­πω­ση τῶν ἀ­πό­ψε­ών του,

Ὡς τήν ἐ­πο­χή πού ὁ Langerbeck ἔ­γρα­ψε τό βι­βλί­ο τοῦ (Δό­ξις Ἐ­πιρυσμί­η 1935), ἡ πι­ό με­γά­λη δυ­σκο­λί­α γιά τούς με­λε­τη­τές ἦ­ταν τό δί­λημ­μα, πού ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης μέ τήν τέ­ταρ­τη μαρ­τυ­ρί­α του προ­σγρά­φει στό Δημόκριτο: Ἤ­τοι οὐ­δέν ἀ­λη­θές εἶ­ναι ἤ ἡ­μῖν γέ ἄ­δη­λον. Ἄν τό δί­λημ­μα τοῦ­το ἐκ­φρά­ζη τό γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό πι­στεύ­ω τοῦ Δη­μο­κρί­του (γιά τή δυ­να­τό­τη­τα τῆς γνώ­σε­ως, πού εἶ­ναι ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α κά­θε γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κῆς ἔ­ρευ­νας), κα­τά­φα­ση εἴ­τε τοῦ πρώ­του εἴ­τε τοῦ δεύ­τε­ρου σκέ­λους του εἶ­ναι Σκε­πτι­κι­σμός, Γρά­φον­τας ὅ­μως μί­α πο­λύ δι­αφωτι­στι­κή καί γό­νι­μη κρι­τι­κή γιά τήν ἐρ­γα­σί­α τοῦ Langcrbeck ὁ Ε. Kapp[35] ἐ­πι­σή­μα­νε ὅτι τό δί­λημ­μα δι­α­τυ­πώ­θη­κε ἀ­πό τό Δημόκριτο ὡς κρι­τι­κή τοῦ πρω­τα­γό­ρει­ου Ὑ­πο­κει­με­νι­σμοῦ πού συ­νε­πά­γε­ται ὅτι κά­θε γνώ­μη εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή. Ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Kapp ἐ­νι­σχύ­ε­ται ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τή με­λέ­τη τοῦ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κοῦ χω­ρί­ου στό σύ­νο­λό του ἀλ­λά καί ἀ­πό μι­ά συ­να­φή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Σέξ­του τοῦ Ἐμ­πει­ρι­κοῦ (μαρτ, 114). Ἐ­δῶ δη­λώ­νε­ται ρη­τά ὅτι ὁ Δημόκριτος ἀ­πευ­θύ­νει στόν πρω­τα­γό­ρει­ο λό­γο τά ἀ­κό­λου­θα : Ἄν κά­θε γνώ­μη εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, τό­τε καί ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός πώς κά­θε γνώ­μη δέν εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή θά εἶ­ναι κι αὐ­τός ἀ­λη­θι­νός, ἀ­φοῦ κι ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός αὐ­τός εἶ­ναι μι­ά γνώ­μη· ἄ­ρα ἡ ἄ­πο­ψη ὅτι κά­θε γνώ­μη εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή γί­νε­ται ψεύ­τι­κη. Τώ­ρα εἶ­ναι σα­φέ­στε­ρο τό ἀ­ρι­στο­τε­λι­κό κεί­με­νο, Ὁ Δημόκριτος ἀ­πευ­θύ­νει στόν Πρω­τα­γό­ρα τό δί­λημ­μα : Ἡ τί­πο­τα δέν εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό ἤ γιά μᾶς εἶ­ναι ἄ­δη­λο (τό πρῶ­το μέ­λος ὁ­δη­γεῖ στύν ἀ­πό­λυ­το Σκε­πτι­κι­σμό, τό δεύ­τε­ρο στόν Ἀ­γνω­στι­κι­σμό). Μέ τήν ἑρ­μη­νεί­α αὐ­τή καί ἡ ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σα στίς μαρ­τυ­ρί­ες αἴ­ρε­ται καί ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός με­τα­τί­θε­ται: δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται στό γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό πι­στεύ­ω τοῦ Δη­μο­κρί­του ἀλ­λά τοῦ συμ­πο­λί­τη του Π­ρω­τα­γό­ρα.

 

5.

 

Τώ­ρα μπο­ροῦ­με νά ξα­να­γυ­ρί­σω­με στό ἀ­πό­σπ, 117 καί νά ἐ­ξε­τά­σω­με ἄν εἶ­ναι δυ­να­τή ἡ ἄρ­ση τῆς ἀν­τι­φά­σε­ως πού εἶ­χε ἐ­πι­ση­μαν­θῆ καί ὁ συ­σχετι­σμός τῶν ἀ­πο­σπα­σμά­των, ὥ­στε νά ἔ­χω­με μιάύ συ­νο­λι­κή εἰ­κό­να τῆς θε­ω­ρί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­του γιά τή γνώ­ση.

 

Ἐ­τε­ῇ οὐ­δέν ἴδ­μεν· ἐν βυθῷ γάρ ἡ ἀ­λή­θει­α.

 

Θυ­μί­ζο­με τήν ἀν­τί­φα­ση : ὅ­ποι­ος δέ­χε­ται τήν πρώ­τη πρό­τα­ση, δέν μπο­ρεῖ (λο­γι­κά) νά βε­βαι­ώ­νη ταυ­τό­χρο­να τή δεύ­τε­ρη καί ἀν­τί­στρο­φα. Πρό­κει­ται γιά τή γνω­στή αὐ­το­διά­ψευ­ση κά­θε ἀ­πό­λυ­του δογ­μα­τι­σμοῦ.

Ἄν δε­χτοῦ­με τή δεύ­τε­ρη πρό­τα­ση, θά πρέ­πει ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω­με συ­νε­πή ἑρ­μη­νεί­α τῆς πρώ­της, ὥ­στε νά πα­ρα­με­ρι­στῆ ἡ φαι­νο­με­νι­κή ἀν­τί­φα­ση. Θά ἦ­ταν ἀ­πα­ρά­δε­κτο ν’ ἀ­πο­δώ­σω­με μι­ά τέ­τοια ἀν­τι­φα­τι­κή δι­α­κή­ρυ­ξη στό Δημόκριτο, πού πρῶ­τος ἀ­σχο­λή­θη­κε μέ τή Λο­γι­κή. Νά δε­χτοῦ­με ὅτι ὁ ἴ­διος χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἕ­να τό­σο ἀ­σθε­νές κι εὐ­πρό­σβλη­το σύν­θη­μα; Οὔ­τε μπο­ρεῖ νά γί­νη δε­κτός ὁ συλ­λο­γι­σμός του ὡς προ­παι­δευ­τι­κή ἀ­πο­ρί­α[36]­, ἐ­κτός ἄν πα­ρα­με­ρι­στῆ ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή ἀν­τί­φα­ση.

Εἶ­χε ἐ­πι­ση­μαν­θῆ στήν πρώ­τη σε­λί­δα ἡ ἀ­τέ­λει­α τοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ. Ὕ­στε­ρα ἀπ’ὅ­σα εἴ­πα­με, φαί­νε­ται ὅτι ἡ πρό­τα­ση πού λεί­πει —αὐ­το­νό­η­τη γιά τό Δημόκριτο­—­εἶ­ναι: ἴσμεν (νό­μῳ, δι­ά τ­ῶν αἰ­σθή­σε­ων) φαι­νό­με­να. Δηλ. ὁ συλ­λο­γι­σμός εἶ­ναι :

 

          Ἐν βυθῷ  ἡ ἀ­λή­θει­α..

          Ἴδ­μεν φαι­νό­με­να (νό­μῳ). 


ἄ­ρα     Οὐ­δέν ἐτεῇ ἴδ­μεν (οὐκ ἴδ­μεν τήν ἐν βυθῷ ἀ­λή­θει­αν).

 

Μέ ἀλ­λά λό­γι­α :

1. Ἡ ἀ­λη­θι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ἄ­το­μα καί κε­νό) εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη βα­θι­ά,

2. Οἱ αἰ­σθή­σεις συλ­λαμ­βά­νουν τήν ἐ­πι­φά­νει­α μό­νο, ποι­ό­τη­τες τῶν αἰ­σθή­σε­ων, φευ­γα­λέ­ο ρεῦ­μα συγ­κρου­ο­μέ­νων ἀ­τό­μων.

3. Μέ τίς αἰ­σθή­σεις λοι­πόν δέν γνω­ρί­ζο­με τί­πο­τα ἀ­πό τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα

Μ’ αὐ­τό τό νό­η­μα μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν καί προ­παι­δευ­τι­κή δι­α­κή­ρυ­ξη — ἀ­πάν­τη­ση στόν Ὑ­πο­κει­με­νι­σμό τῶν αἰ­σθή­σε­ων· συμ­φω­νεῖ μέ ὅ­σα γνω­ρί­ζο­με γιά τήν κρι­τι­κή τοῦ Δη­μο­κρί­του κα­τά τοῦ Πρω­τα­γό­ρα.

Ἡ πρώ­τη πρό­τα­ση τοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ βα­σι­κό ἀ­ξί­ω­μα, θε­με­λι­α­κή θέ­ση, δι­α­κή­ρυ­ξη μί­ας πί­στε­ως, καί συμ­φω­νεῖ μέ τήν ἀ­το­μι­κή δι­δα­σκα­λί­α (ἐτεῇ ἄ­το­μα καί κε­νόν). Ἡ δεύ­τε­ρη καί τό συμ­πέ­ρα­σμα συμ­φω­νοῦν μέ τό Σκε­πτι­κι­σμό τοῦ Δη­μο­κρί­του, ὡς πρός τίς αἰ­σθή­σεις, ὅπως τόν δι­α­πι­στώ­σα­με με­λε­τών­τας τ' ἀ­πο­σπά­σμα­τα 6-10, Μέ­νει ἀ­νοι­χτός ὁ δρό­μος γιά μί­α Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α, πού ἀν­τι­κεί­με­νό της ἔ­χει τή γνη­σίη γνώ­μη. Ὁ συλ­λο­γι­σμός, ὅπως τόν δι­α­τυ­πώ­σα­με, λο­γι­κά μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι προϊ­όν της γνω­στι­κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας τῆς δι­ά­νοι­ας (φρε­νός), τῆς γνη­σί­ης γνώ­μης, Πρό­κει­ται γιά μί­α ἐ­πι­σή­μαν­ση ὄ­χι σχέ­σε­ως ἀλ­λά δι­α­φο­ρᾶς: οἱ αἰ­σθή­σεις δί­νουν πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λά δέν ἐγ­γί­ζουν τήν ἀ­λη­θι­νή ὑ­φή της. Ἔ­τσι γί­νε­ται πι­ό κα­τα­νο­η­τό καί τό ἀ­πό­σπ. 6 : ὅτι ἐ­τεῆς ἀπηλ­λα­κται ὁ ἄν­θρω­πος (μό­νο μέ τίς αἰ­σθή­σεις, ἐ­πα­φή μέ τήν ἀ­λή­θει­α δέν ἔ­χει),

 

 

6.

 

Ἄν ἐ­πι­χει­ρού­σα­με νά προσ­δι­ο­ρί­σω­με μέ σύγ­χρο­νους ὅ­ρους τή θέ­ση τοῦ Δη­μο­κρί­του σχε­τι­κά μέ τό πρό­βλη­μα τῆς ἀ­λή­θει­ας, θά λέ­γα­με ὅτι μό­νο μέ τή θε­ω­ρί­α τῆς ἀν­τα­πο­κρί­σε­ως θά μπο­ροῦ­σε νά συν­τα­χθῆ (correspondence theory of truth) : ὅ,­τι γνω­ρί­ζο­με καί θε­ω­ροῦ­με ὡς ἀ­λη­θι­νό, ἀν­ταπο­κρί­νε­ται σέ κά­τι ἀν­τι­κει­με­νι­κά ὑ­παρ­κτό (γιά τό Δημόκριτο ἄ­το­μα καί κε­νό), ἀ­νε­ξάρ­τη­το ἀ­πό μας καί τή δρα­στη­ρι­ό­τη­τά μας.

Ποιός γε­νι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός ἁρ­μό­ζει στή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α τοῦ Δη­μοκρί­του; Πρῶ­τα δι­α­πι­στώ­σα­με ὅτι εἶ­ναι σύμ­φω­νη μέ τήν ἀ­το­μι­κή θε­ω­ρί­α. Ἡ με­γα­λο­φυ­ής ἐ­κεί­νη με­τα­φυ­σι­κή σύλ­λη­ψη γιά τά ἄ­το­μα καί τό κε­νό ἐ­ξη­γοῦ­σε τή ρο­ή τῶν φαι­νο­μέ­νων καί τή στα­θε­ρό­τη­τα τοῦ ὑ­πο­στρώ­μα­τος καί ἔ­δι­νε τή βά­ση γιά συν­δι­αλ­λα­γή καί ταυ­τό­χρο­νη ἀ­πο­δο­χή δυ­ό φαι­νο­με­νι­κά ἀν­τι­φατι­κῶν ἐν­νοι­ῶν, τοῦ Εἶ­ναι καί τοῦ Γί­γνε­σθαι (βλ, μαρτ, 7), Τό ἄ­το­μο ἔ­χει ὅ­λες τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ παρ­με­νι­δι­κο­ῦ Ὄν­τος (μο­να­δι­κό, αἰ­ώ­νι­ο κλπ. ἀλ­λά ὄ­χι ἀ­κί­νη­το), ἐ­νῷ ταυ­τό­χρο­να ἀ­φή­νει τή δυ­να­τό­τη­τα γιά ἄ­πει­ρη ποι­κι­λί­α φαι­νο­μέ­νων μέ τούς ἄ­πει­ρους συν­δυ­α­σμούς του, ἀ­νά­λο­γα μέ τό σχῆ­μα, τή θέ­ση, τήν τά­ξη (ρυσ­μό­ν} τρό­πον, δι­α­θι­γήν, μαρτ. 6). Συμπλή­ρω­μα τῆς ἀ­το­μι­κῆς θε­ω­ρί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­το­μι­κή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α. Ἐ­πι­χει­ρεῖ μέσ' ἀ­πο τά φαι­νό­με­να, πα­ρά τήν ἀ­στά­θει­α καί τήν ἀ­να­ξι­ο­πι­στί­α τους, νά φτά­ση στήν ἀ­λή­θει­α[37], Ἀ­πο­βάλ­λον­τας τά φαι­νό­με­να σέ κρι­τι­κή δι­ερ­γα­σί­α μέ τή δύ­να­μη τῆς νο­ή­σε­ως. Οἱ αἰ­σθή­σεις χω­ρίς τή νό­η­ση προ­σφέ­ρουν μό­νο σκο­τί­ην γνώ­ση καί ἡ νό­η­ση (φρήν) χω­ρίς τήν ἀ­δι­ά­κο­πη συμ­πα­ρά­στα­ση τῶν αἰ­σθή­σε­ων κιν­δυ­νεύ­ει νά γκρε­μι­στῆ. Δέν ὑ­πο­βάλ­λει μό­νο τίς αἰ­σθή­σεις σέ κρι­τι­κή, ἀλ­λά καί τή νό­η­ση, ὅπως δι­α­φαί­νε­ται στό ἀ­πό­σπ, 155. Φαί­νε­ται σάν πρό­βλη­μα συ­νέ­χει­ας (continuity) μέ ἐ­λε­α­τι­κή ἴ­σως ἐ­πί­δρα­ση, σάν μι­ά πρώ­τη -πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ εἴ­δους ἐ­κεί­νου, πού αἰ­ῶ­νες ἀρ­γό­τε­ρα ὡ­δή­γη­σε στή σύλ­λη­ψη τοῦ ἀ­πει­ρο­στι­κο­ῦ λο­γι­σμοῦ, μά πά­νω ἀπ' ὁ­λα εἶ­ναι κρι­τι­κή τῆς δι­ά­νοι­ας, ἐ­πι­σή­μαν­ση μι­ᾶς λο­γι­κῆς ἀν­τι­νο­μί­α­ς[38] . Ἄν θέ­λα­με νά χα­ρα­κτη­ρί­σα­με τή δη­μο­κρί­τει­α γνωσιο­θε­ω­ρί­α μέ κά­ποιο νε­ώ­τε­ρο ὅ­ρο, φαί­νε­ται πώς ὁ μό­νος πού ἁρ­μό­ζει εἶ­ναι κρι­τι­κή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α.

Ἔ­χον­τας θε­με­λι­ώ­σει ἔ­τσι μι­ά κρι­τι­κή ἀλ­λά καί αἰ­σι­ό­δο­ξη θε­ω­ρί­α τῆς γνώ­σε­ως, ὁ Δημόκριτος προ­χώ­ρη­σε στή δι­α­τύ­πω­ση μί­ας ἠ­θι­κῆς. Πρός τήν κα­τεύ­θυν­ση αὐ­τή με­τα­βα­τι­κό εἶ­ναι τό ἀ­πό­σπ. 69 : Ἄν­θρώ­ποις πᾶσι τωὐτόν ἀ­γα­θόν καί ἀ­λη­θές· ἡ­δύ δέ ἄλ­λῳ ἄλ­λο. Ἐ­δῶ ἡ γνώ­ση τοῦ κα­λοῦ καί τοῦ κα­κο­ῦ εἶ­ναι κά­τι δε­δο­μέ­νο, κλεί­νει κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θει­ας, γιά ν' ἀρ­χί­ση ἡ δι­ε­ρεύ­νη­ση το­ῦ ἤ­θους. Ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι αἴ­τη­μα, τό νέ­ο πρό­βλη­μα εἶ­ναι θ­ε­με­λί­ω­ση τοῦ ἤ­θους καί ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται μέ τήν ἴ­δια κρι­τι­κή δι­ά­θε­ση καί πε­ρισ­σό­τε­ρη αἰ­σι­ο­δο­ξί­α γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη εὐ­δαι­μο­νί­α­[39]. Ἡ πρό­τα­ση πού χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με γιά τί­τλο σ’ αὐ­τό τό ἄρ­θρο ἔ­χει κα­θα­ρά γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο. Θά μπο­ρο­ῦσε ὅ­μως ἀ­πο­φθεγ­μα­τι­κά νά χα­ρα­κτη­ρί­ση καί τίς πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς ἀ­λή­θει­ας στόν το­μέ­α τῆς ἠ­θι­κῆς. Ἐ­δῶ δέν εἶ­ναι ἡ φύ­ση πού τήν κρύ­βει οὔ­τε οἱ αἰ­σθή­σεις, ἀλ­λά ἡ βού­λη­ση τῶν ἀν­θρώ­πων.


 

* Ὀφείλω εὐχαριστίες στον κ. Α. Η. Coxon, Chairman τού Department of An­cient Philosophy στό Πανεπιστήμιο τοῦ Ἐδιμβούργου, γιά τίς πολύτιμες παρατηρήσεις του κατά τή συζήτηση τοῦ σχεδίου τῆς έργασίας αὐτῆς, πού γιά τίς ἀτέλειές της δέν είναι βέβαια ἐκεῖνος ὑπεύθυνος.

[1] ἀναδρομική αὐιή χρήση μᾶς διευκολύνει καί εἶναι ἐπιτρεπτή, ἀφοῦ οἱ τρό­ποι τῆς σκέψης ὑπάρχουν πρίν ἀπό τή διατύπωσή τους.

[2] D. W. Hamlyn, Theory of Κnowledge, London I971, 112.

[3]  Η. Weiss, Democritus' Theory of Cognition, CQ 32 (1938) 47-56. Θ. Παπαδόπουλος, Ἡ Γνωσιολογία τοῦ Δημοκρίτου, «Ἑξάντας» I 1972) 29. Πρόκειται γιά κε­φάλαιο ἀπό τό βιβλίο του Δημόκριτος, ὁ φιλόσοφος καί φυσιοδίφης, ὁ θεωρητικός τῆς δημοκρατίας, 1967, 277 σελ.

 

[4] Kritik der reinen Vernunft. Transl. by N. K. Smith, London, Macmillan 197111, 668:… How we are to fetch truth from the deep well of Democritos (… ἀπό τό βαθύ πηγάδι τοῦ Δημοκρίτου).

[5] Weiss 49. W. Κ. C. Guthrie, Λ History of Greek Philosophy 2, Cambridge 1965, 454.

[6] S. Luria, Anfange des griechischen Den kens, Berlin 1963, 145.

[7] C. Bailey, Greek Atomists and Epicurus, Oxford 1928, 179.

[8].π. 456.

[9] Bailey 178, ὅπου ὁ συγγραφέας συνοψίζει τήν προγενέστερη ἔρευνα καί μέ ιδιαί­τερο σεβασμό παραπέμπει στή μελέτη τοῦ A. Dyroff, Demokritstudien, Munchcu 1899.

[10] Ρ. Natorp, Forsefmngen zur Gesehichte dts Erkenn inis problems iw Altertum, Hildeshcim 1965 (—1884) 164-208. Τό θεμέλιο τής ἀτομιστικῆς ἀπόψεως (γιά τή γνώση) πρέπει νά χαρακτηριστῆ ὀρθολογιστικό (171 καί 179-181). V. Ε. Alficri, / due aspetti della thcoria del' conoscere in Democrito, «Athenaeum» 30 (1952) 143- 60: La metafisica di Detnocrito e razionalistiea (159).

[11] Θ. Βορέα, Εἰσαγωγή Εἰς τήν Φιλοσοφίαν, Ἀθῆναι 1932, 51 A. Gracser, Demokrit and die skeptisehe Formet, «Hermes» 93 (1970) 300-317. Ἡ μελέτη αὐτή εἶναι ἡ πιό διαφωτιστική γιά τή φράση οὐ     μᾶλλον (ἀπόσπ. 56), πού αργότερα ἔγινε σύνθημα σκεπτικιστικό καί ἔδωσε λαβή γι’ ἀντίστοιχο χαρακτηρισμό τοῦ Δημοκρί­του. Ὁ Κ. Γεωργούλης κρίνοντας ἐργασία τοῦ Timochenco (βλ. ἑπόμενη σημείωση) ἐπιμένει στό σκεπτικιστικό χαρακτήρα τής Γνωσιοθεωρίας τοῦ Δημοκρίτου· πάντως στήν κριτική του οὔτε τίς πηγές συστηματικά ἐξαντλεῖ οὔτε νεώτερες ἔρευνες μνη­μονεύει, πού ἔχουν φωτίσει πολλές πτυχές τοῦ θέματος. Βλ. καί Dc Lacy, Colotes' first Criticism against Democritus, στό  J. Mau-E. C. Schmidt, Isonοmia, Berlin, Akademie-Verlag 1964, 66-77.

[12] U. E. Timocheneo, Materialisme de Dctnocrite, «La Pensee» 62 (1955). Αὐστηρή κριτική δημοσίευσε ὁ Κ. Γεωργούλης στά «Σύνορα τῶν δύο Κόσμων» (τεῦ­χος 12). Βλ. τήν ἀναδημοσίευση στό βιβλίο του Ἀπόψεις ἀπό τήν Φιλοσοφία τῆς ἐ­ποχῆς μας, Άθῆναι 1956, 93-109. G. Grose w, Der Materialism us des Demokrit, «Altcrtum» 4 (1958) 215-20. Παπαδύπουλος 25 ἑπ.

[13] W. Kullmann, Zur Nachwirkimg des Homo-Mensura-Satzes des Protagoras bei Demokrit and Epikur, AGPh 51 (1969) 128-144 (ἡ περικοπή στή σελ. 132).

[14] Η. Langcrbcck, Δόξις Ἐπιρυσμίη, Berlin 1935 (ἀνατ. 1967) 118,

[15] Κ. v. Fritz, Democritus’ Theory of Vision : Στόν τόμο Science, Medicine, History (In Honour of Ch. Singer) 1, Oxford 1953· Γιά πρώτη ἐνημέρωση βλ. Θ. Βέικος, Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι, Θεσσαλονίκη 1972, 259-60.

[16]. Bailey 178. W. Luther, Wahrheii, Licht und Erkenn tnis in der griechischen Philosophic bis Demokrit, Bonn 1966, 170-171.

[17] C. C. W. Taylor, Pleasure, Knowledge and Sensation, «Phronesis» 12 (1967) 23.

[18] K. v. Fritz, Philosophic und sprachUchcr Ausdruck bei Demokril; Plato und Arts to ides, armstadt 1966 (193S) 19.

[19] R. G. Collinvood. The idea of History, Oxford 19703, 20.

[20] Ed. Zeller, Die Philosophic der Griechen J, Hildeshcim 1963 (=1920·) 1138: Πρέπει, λοιπόν, νά παραδεχτοῦμε πώς οἱ μεμψιμοιρίες (Klagcn) τοῦ Δημοκρίτου γιά τήν ἀδυναμία μας στή γνωστική μας προσπάθεια ἔχουν νόημα περιορισμένο· μόνο γιά τίς ἐντυπώσεις τῶν αἰσθήσεων ἰσχυριζόταν ὅτι προσανατολισμένες στά μεταβαλ­λόμενα φαινόμενα, δέν ἐξασφαλίζουν ἀληθινή γνώση.

[21] σκοτίη γνώμη θυμίζει τή σκοτόεσσα δόξα τοῦ Εμπεδοκλῆ (ἀπόσπ. 132, 2). Ἐξ ἄλλου ἡ ἀντιδιαστολή σκοτίη - γνησίη φέρνει στή μνήμη ἀνάλογη διάκριση τοῦ Leibniz: obscure knowledge - clear knowledge. Βλ. Leibniz, Selections, Edited by Ph. Wiener, New York 1951, 283-4.

[22] Οί Kirk-Raven ( Presocratic Philosophers, Cambridge 1957, 424) φτάνουν στό συμπέρασμα ὅτι κατά τό Δημόκριτο καί ἡ γνησίη γνώμη πλησιάζει τήν ἀλή­θεια, ἀλλά δέν τή φτάνει.

[23] Weiss 51.

[24] Ο J. Burnet (Greek Philosophy, London 19683lf 161) ἀποφεύγει νά ταυτίση τή γνησίη γνώση μέ τόν ὅρο thought καί προτιμᾶ τήν ἔκφραση inner sense (ἐσωτε­ρική αἴσθηση).

[25] Ν. Papadopoulos, Die Erkenninislehre tfas Demokrit, Diss. Leipzig 1933, 41 ἑπ. (ἡ πληροφορία ἀπό τόν Langerbeck Μ4).

[26] Langerbeck 115.

[27] Langerbcck 118.

[28] Burnet 157. Luther 14B καί 169-171, Kullmann 128-144.

[29] Πρβλ. Fr. Bremano, Gesehiehte tier grtechischen Philosophic, Munchen M63, 105: Ἡ σκέψη ἀρχίζει μέ τά δεδομένα τῶν αἰσθήσεων.

[30] V. Fritz, Democritus’ Theory of Vision 83.

[31] θέση αὐτή ὁδηγεῖ καί πάλι στήν καντιανή Γνωσιοθεωρία (93): Thoughis without understanding arc empty, intuitions without concepts arc blind. Σκέψεις χω­ρίς τήν ἀντίληψη εἶναι κενές, αἰσθήσεις χωρίς ἔννοιες εἶναι τυφλές,) Πάντως μόνο τό πρῶτο μέρος τῆς καντιανής ἀπόψεως βρίσκομε στό Δημόκριτο· συνάγομε τό δεύ­τερο ὡς συμπέρασμα.

[32] A. Ρ. D. Mourelatos, The Route of Parmenides, New Haven and London, Yale University Press 1970, 109.

[33] Διαφορετική γνώμη γιά τή νομιμότητα τοῦ συμπεράσματος ἀναπτύσσει ὁ R, Chisholm {Theory of Knowledge, New York, Englewood Cliffs 1966, 91-92), ἀλλά νομίζω δέν χρησιμοποίησε ὅλα τά συναφῆ ἀποσπάσματα, καί μάλιστα δέν τά χρη­σιμοποίησε ἄμεσα, ὅπως προκύπτει ἀπό τό κείμενο του καί ἀπό τήν ὑποσημείωση 1 στή σελ. 91

[34] Guthrie 463.

[35] «Gnomon» 12 (1936) 65-77 καί 158-169, εἰδικότερα βλ. σελ, 165.

[36] Luria 144, Guthrie 451, σημ I.

[37] V. Fritz, Democritus’ Theory of Vision 85: Εἶναι θεμελιακή πίστη τοῦ Δημοκρίτου πώς ὑπάρχει ἀπόλυτη ἀλήθεια, προσιτή σέ μᾶς ὡς ἕνα βαθμό, ἀλλά κρυμ­μένη (ἄδηλον).

[38] H. Munding (Die Gtaubtviirdigkeit von Versland and Sinnen bei Demokrit, Diss. Frankfurt 1952, 51 και 55) Εικάζει ὅτι ἀπό παρατηρήσεις τέτοιου είδους ὁ Δημόκριτος ἔφτασε στή σύλληψη τῆς ἰδέας τής γνησίης γνώμης. (Η πληροφορία ἀπό τό βιβλίο τοῦ Luther 150, σημ, 181).

[39] Φαίνεται πώς ἀπό τήν αἰσιόδοξη τούτη στάση τοῦ Δημοκρίτου πηγάζει ἡ παράδοση γιά τό γελαστό φιλόσοφο, Βλ. S. I.uria, Heraklit und Demokrit; «Alterturn» 9 (1963).