www.ekivolos.gr   

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.»

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

«Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού.» 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου»

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 στο έργο του «ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ Ο ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

Donald Kagan

 

Ποτέ άλλοτε η ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη, καθώς και ο συγγραφέας της, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο μιας τόσο έντονης και διαδεδομένης έρευνας, και δεν άσκησαν τόσο μεγάλη επιρροή, όσο στην εποχή μας. Ο Θουκυδίδης ισχυριζόταν ότι το έργο του αποτελούσε «κτήμα ες αεί» και ότι προοριζόταν να φανεί χρήσιμο σε «όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότων που συνέβησαν και εκείνων που θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια ή παραπλήσια» (1.22.4).1 Περίπου δύο χιλιάδες τετρακόσια χρόνια αργότερα, οι πολιτικοί ηγέτες και όσοι σπουδάζουν την πολιτική τέχνη το προσεγγίζουν με αυτόν ακριβώς τον τρόπο.

Στην αρχή της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου εκδηλώθηκε μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο του Θουκυδίδη· οι άνθρωποι διέκριναν εκπληκτικές ομοιότητες ανάμεσα στον μακροχρόνιο πόλεμο μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης και τον ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών με τους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ αφ' ενός, και της Σοβιετικής Ένωσης με τους δορυφόρους της στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας αφ' ετέρου. Το 1947, ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Τζωρτζ Μάρσαλ δήλωσε: «Πολύ αμφιβάλλω αν μπορεί κανείς σήμερα να σχηματίσει με απόλυτη βεβαιότητα σωστή άποψη για ορισμένα θεμελιώδη διεθνή ζητήματα, αν δεν ανακαλέσει τουλάχιστον στη μνήμη του τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου και την πτώση της Αθήνας».2 Από τότε, η Ιστορία του Θουκυδίδη εξακολουθεί να ασκεί μεγάλη επιρροή στη σκέψη όλων όσοι ασχολούνται με τις διεθνείς σχέσεις και τον πόλεμο.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος της σύγκρουσής της με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μείωσε το ενδιαφέρον για τον Θουκυδίδη ή την πεποίθηση ότι το έργο του μπορεί να φωτίσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα διάφορα πολιτικά ζητήματα και την εξωτερική πολιτική. Οι θιασώτες της «ρεαλιστικής» ή της «νεορεαλιστικής» σχολής διεθνών σχέσεων θεωρούν ιδρυτή τους τον Θουκυδίδη. Χιλιάδες φοιτητές με­λετούν το έργο του κάθε χρόνο. Η Ιστορία του αποτελεί βασικό θέμα μελέτης στις στρατιωτικές ακαδημίες και στις σχολές πολέμου, και πιθανό να μην υπάρχει κανένα μάθημα διεθνών σχέσεων και ιστορίας του πολέμου που να μην την περιλαμβάνει στην ύλη της.

Το γεγονός το οποίο ο Θουκυδίδης ονομάζει «πόλεμο μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων», και εμείς το αποκαλούμε «Πελοποννησιακό Πόλεμο», ξέσπασε το 431.3 Τότε, οι Σπαρτιάτες ήταν επικεφαλής της Πελοποννησιακής Συμμαχίας και ηγετική δύναμη στην Ελλάδα. Τα κράτη που συμμετείχαν στον ελληνικό συνασπισμό αντίστασης εναντίον της περσικής εισβολής το 480-479 τους είχαν επιλέξει στη διοίκηση των στρατιωτικών δυνάμεών τους σε ξηρά και θάλασσα. Ακριβώς πριν από τον Περσικό Πόλεμο, ωστόσο, οι Αθηναίοι είχαν δημιουργήσει έναν νέο μεγάλο στόλο, τον μεγαλύτερο στην ελληνική ιστορία. Αυτή η ναυτική δύναμη αποτέλεσε τον πυρήνα και τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού στόλου που συνέτριψε τον περσικό στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 και, στη συνέχεια, στη Μυκάλη τον επόμενο χρόνο. Αυτές οι νίκες είχαν προσδώσει μεγάλο γόητρο στην Αθήνα, το οποίο απειλούσε την ηγεμονία της Σπάρτης ακόμη και μετά τη νικηφόρο μάχη των Ελλήνων στις Πλαταιές, υπό την καθοδήγηση των Σπαρτιατών, συγχρόνως με αυτή της Μυκάλης.

Όταν οι Πέρσες έφυγαν από την Ευρώπη, οι Σπαρτιάτες δεν έδειξαν ενδιαφέρον για την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων του Αιγαίου πελάγους οι οποίες ακό­μη ανήκαν στην περσική επικράτεια, ούτε θέλησαν να διαφυλάξουν την ελευθερία όσων είχαν εξεγερθεί. Συνεπώς, οι Αθηναίοι δέχτηκαν πρόσκληση από μια αυτόβου­λη συμμαχία ελληνικών πόλεων προκειμένου να αναλάβουν την ηγεσία για να συνεχιστεί ο πόλεμος με σκοπό να εκδικηθούν τους Πέρσες και να απελευθερωθούν από την κυριαρχία τους. Ο συνασπισμός των «Αθηναίων και των συμμάχων τους» (οι σύγχρονοι μελετητές αποκαλούν αυτό τον συνασπισμό «Δηλιακή Συμμαχία») βαθμιαία μετατράπηκε σε ηγεμονία υπό αθηναϊκή διοίκηση και λειτουργούσε κυρίως προς όφελος της Αθήνας. Με τα χρόνια, σχεδόν όλα τα μέλη παραιτήθηκαν από την κατοχή δικού τους στόλου και προτίμησαν να πληρώνουν εισφορά στο κοινό ταμείο αντί να συμβάλλουν με πλοία και άνδρες. Οι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν τα χρήματα για να αυξήσουν τη δύναμη του στόλου τους, και να πληρώνουν κωπηλάτες οι οποίοι παρέμεναν στην υπηρεσία τους οκτώ μήνες τον χρόνο, κι έτσι το αθηναϊκό ναυτικό έγινε το καλύτερο και μεγαλύτερο όλων των μέχρι τότε εποχών. Την παραμονή του Πελοποννησιακού Πολέμου, από τα περίπου εκατόν πενήντα μέλη της συμμαχίας μόνο δύο νησιά, η Λέσβος και η Χίος, διέθεταν δικό τους στόλο και απολάμβαναν μιας σχετικής αυτονομίας, αλλά και αυτά δεν φαίνεται να αμφισβητούσαν την ηγεμονία των Αθηναίων.

Καθώς η Δηλιακή Συμμαχία μεγάλωνε σε μέγεθος και αποκτούσε περισσότερη ισχύ, ορισμένοι Σπαρτιάτες άρχισαν να κυριεύονται από φθόνο, καχυποψία, και φόβο για το ενδεχόμενο της αμφισβήτησης της υπεροχής τους από την Αθήνα. Οι διαμάχες που ξέσπασαν στη δεκαετία του 460 οδήγησαν στον Πρώτο Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο οποίος άρχισε γύρω στο 460 και διήρκεσε, σποραδικά, μέχρι το 445. Τερματίστηκε με τη Συνθήκη Τριακονταετούς Ειρήνης, με την οποία κάθε πλευρά αναγνώριζε την ηγεμονία της άλλης στη σφαίρα επιρροής της, και κάθε πλευρά συμφώνησε για υποβολή κάθε μελλοντικής διαφωνίας σε δεσμευτική διαιτησία.

Η ειρήνη διήρκεσε για περισσότερο από μία δεκαετία, αλλά μια σειρά από συγκρούσεις μεταξύ της Αθήνας αφ' ενός, και της Σπάρτης και ορισμένων συμμάχων της αφ' ετέρου, οδήγησαν τελικά στον μεγάλο πόλεμο. Τον χειμώνα του 432/431 η Θήβα, σύμμαχος πόλη της Σπάρτης, επιτέθηκε στις Πλαταιές, σύμμαχο της Αθήνας. Την άνοιξη, μια μεγάλη πελοποννησιακή στρατιά εισέβαλε στην Αττική και ρήμαξε ένα μέρος από τα αθηναϊκά σιτηρά, τα αμπέλια και τα ελαιόδεντρα, καταστρέφοντας επίσης ορισμένες αγροικίες και εξοχικά σπίτια. Αυτή ήταν η πρώτη από τις καταστροφές που συνεχίστηκαν ετησίως τα πρώτα χρόνια του Δεκαετούς Πολέμου, τον οποίο οι αρχαίοι αποκαλούσαν «Αρχιδάμειο Πόλεμο», από το όνομα του Σπαρτιάτη βασιλιά που ηγήθηκε των πρώτων επιδρομών.

Η στρατηγική του Περικλή, ηγέτη της Αθήνας, ήταν να αποφεύγονται οι μάχες στην ξηρά, και επέλεξε να στέλνει δυνάμεις καταδρομών στα παράλια της Πελοποννήσου, και να περιμένει μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι Σπαρτιάτες ότι δεν διέθεταν στρατηγική που θα τους οδηγούσε στη νίκη - ένα συμπέρασμα στο οποίο θα έφταναν σε ένα, ή δύο, ή τρία χρόνια, όπως ο ίδιος υπέθετε. Το δυσκολότερο έργο του ήταν να συγκρατήσει τους περισσότερους Αθηναίους, οι οποίοι ήθελαν να βγουν και να δώσουν μάχη. Το 430, πάντως, ξέσπασε ένας τρομερός λοιμός, με ολέθρια αποτελέσματα σε υλικό, κοινωνικό και ψυχολογικό επίπεδο. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Περικλή έπεισαν τους Αθηναίους να ζητήσουν ειρήνη από τους Σπαρτιάτες, να απομακρύνουν τον Περικλή από το αξίωμά του και να τον τιμωρήσουν με βαρύ πρόστιμο. Αλλά ο εχθρός απέρριψε κάθε όρο που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός εκατέρωθεν, και ο πόλεμος συνεχίστηκε. Αφού δεν ήλπιζαν πλέον σε ειρήνη, οι Αθηναίοι επανεξέλεξαν τον Περικλή και εξακολούθησαν να εφαρμόζουν την πολιτική του. Ο ίδιος προσβλήθηκε από τον λοιμό και, το φθινόπωρο του 429, πέθανε.

Το 428, η κατάσταση στην Αθήνα επιδεινώθηκε. Η πρωτεύουσα της Λέσβου, η Μυτιλήνη, στασίασε εναντίον των Αθηναίων, αυξάνοντας τους φόβους μιας γενικευμένης εξέγερσης στην ηγεμονία. Το θησαυροφυλάκιο της Αθήνας ήταν πλέον σχεδόν άδειο, κι έτσι, για πρώτη φορά, επιβλήθηκε άμεσος φόρος στους πολίτες ώστε να αντιμετωπιστεί το βραχυπρόθεσμο κόστος του πολέμου. Χρειάστηκε να φτάσει το επόμενο καλοκαίρι για να συντριβεί η εξέγερση. Πανικόβλητοι και εξοργισμένοι, οι Αθηναίοι αποφάσισαν στην Εκκλησία του Δήμου να θανατωθούν όλοι οι άνδρες της Μυτιλήνης, και οι γυναίκες και τα παιδιά να πουληθούν ως δούλοι. Στη διάρκεια της νύχτας, οι Αθηναίοι άλλαξαν γνώμη και πήραν την απόφαση να θανατώσουν μόνον όσους θεωρήθηκαν υποκινητές της εξέγερσης. Αποδείχθηκε ότι αυτοί ήταν περίπου χίλιοι, σχεδόν το ένα δέκατο του ανδρικού πληθυσμού. Σύντομα και οι Σπαρτιάτες επανέλαβαν μια παρόμοια φρικαλεότητα, σκοτώνοντας όσους είχαν απομείνει από τη φρουρά των Πλαταιών την ώρα που παραδίδονταν.

Μετά τον θάνατο του Περικλή δεν εμφανίστηκε κανείς ηγέτης ικανός να επιβληθεί και να πείσει τους Αθηναίους να ακολουθήσουν συνεπή πολιτική. Δύο παρατάξεις ανταγωνίζονταν για να αποκτήσουν επιρροή: η μία, με ηγέτη τον Νικία, επιθυμούσε τη συνέχιση μιας αμυντικής τακτικής, ενώ η άλλη, με επικεφαλής τον Κλέωνα, ήταν υπέρ μιας πιο επιθετικής στρατηγικής. Το 425, η δεύτερη παράταξη κέρδισε μια νίκη στην Πύλο η οποία άλλαξε την πορεία του πολέμου. Μετά τη μάχη, τετρακόσιοι Σπαρτιάτες υποχρεώθηκαν να παραδοθούν, και η Σπάρτη πρότεινε αμέσως ειρήνη για να τους πάρει πίσω. Αυτή η μεγάλη νίκη προσέδωσε κύρος στην Αθήνα και της επέτρεψε να αυξήσει τον συμμαχικό φόρο, χωρίς τον οποίο δεν μπορούσε να συνεχίσει τον πόλεμο. Οι Αθηναίοι ήθελαν να διατηρήσουν μια επιθετική τακτική, γιατί η ειρηνευτική πρόταση των Σπαρτιατών δεν έδινε ικανοποιητικές εγγυήσεις για την ασφάλειά τους.

Το 424, οι Αθηναίοι υιοθέτησαν πιο επιθετική πολιτική και επεδίωξαν να διασφαλίσουν την πόλη τους καταλαμβάνοντας τα Μέγαρα και τη Βοιωτία. Και οι δύο απόπειρες απέτυχαν, η φίλερις παράταξη έπεσε σε δυσμένεια, και, το 423, κατέληξαν σε εκεχειρία. Στο μεταξύ, ο ικανότατος Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας οδήγησε μια μικρή στρατιωτική δύναμη στη Θράκη και τη Μακεδονία και κυρίευσε την Αμφίπολη, τη σημαντικότερη αθηναϊκή αποικία στην περιοχή. Επικεφαλής του αθηναϊκού στόλου σε εκείνο το σημείο ήταν ο Θουκυδίδης, ο οποίος και θεωρήθηκε υπεύθυνος για την απώλεια της πόλης. Εξορίστηκε, και, ως εκ τούτου, είχε τον χρόνο και την ευκαιρία να συγγράψει την περίφημη ιστορία του Μεγάλου Πελοποννησιακού Πολέμου. Το 422, ο Κλέων ηγήθηκε μιας εκστρατείας με σκοπό να ανατρέψει τα πεπραγμένα του Βρασίδα. Στην Αμφίπολη, ο ίδιος και ο Βρασίδας σκοτώθηκαν στη μάχη. Αφού έλειψαν οι ηγέτες των φιλέριδων παρατάξεων και των δύο πόλεων, άνοιξε ο δρόμος για τη Νικίειο Ειρήνη, η οποία επικυρώθηκε την άνοιξη του 421 και πήρε το όνομα του κυριότερου διαπραγματευτή της.

Η ειρήνη, η οποία επισήμως προοριζόταν να διαρκέσει πενήντα χρόνια και, με λίγες εξαιρέσεις, να εγγυηθεί το συμφωνηθέν status quo, στην πραγματικότητα ήταν εύθραυστη. Καμία πλευρά δεν τήρησε όλες τις δεσμεύσεις που απέρρεαν από αυτήν, και ορισμένοι σύμμαχοι της Σπάρτης αρνήθηκαν να την επικυρώσουν. Το 415 ο Αλκιβιάδης έπεισε τους Αθηναίους να πραγματοποιήσουν επίθεση στη Σικελία προκειμένου να τη θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Το 413, αυτό το φιλόδοξο και περιττό εγχείρημα είχε ολέθρια αποτελέσματα, αφού κατέληξε σε απόλυτη καταστροφή. Οι Αθηναίοι έχασαν περίπου διακόσια πλοία, σχεδόν τεσσερισήμισι χιλιάδες από τους άνδρες τους, και μαζί με τους συμμάχους τους σχεδόν δεκαπλάσιους. Αυτή η ήττα υπονόμευσε το γόητρο της Αθήνας, μείωσε τη δύναμή της, προκάλεσε εξεγέρσεις, και έφερε στον πόλεμο την πλούσια και ισχυρή Περσία στο πλευρό της Σπάρτης. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι Αθηναίοι εξακολούθησαν να πολεμούν παρ' όλη την πανωλεθρία, ξεπερνώντας ένα ολιγαρχικό κίνημα σύντομης διάρκειας το 411 και κερδίζοντας αρκετές σημαντικές νίκες στη θάλασσα, καθώς ο πόλεμος είχε μετατοπιστεί στο Αιγαίο. Πάντως, ενώ οι σύμμαχοί τους στασίαζαν, και η Περσία χρηματοδοτούσε στόλους για να τους στηρίξει, οι οικονομικοί πόροι της Αθήνας συρρικνώθηκαν, και, εντέ­λει, εξανεμίστηκαν. Όταν ο στόλος της πιάστηκε στον ύπνο και καταστράφηκε στους Αιγός Ποταμούς το 405, η Αθήνα πλέον δεν μπόρεσε να δημιουργήσει καινούργιο. Οι Σπαρτιάτες, υπό τον Λύσανδρο, έναν ευφυή και φιλόδοξο στρατηγό ο οποίος είχε κερδίσει την υποστήριξη των Περσών, ανέκοψαν τον ανεφοδιασμό των τροφίμων από τον Ελλήσποντο, και οι λιμοκτονούντες Αθηναίοι υποχρεώθηκαν να συνθηκολογήσουν. Το 404, παραδόθηκαν άνευ όρων· κατεδάφισαν τα τείχη της πόλης, παρέδωσαν τον στόλο τους, και έχασαν την ηγεμονία τους.          Επειδή ο Θουκυδίδης δεν ολοκλήρωσε ποτέ την Ιστορία του, αυτός που κυρίως περιέγραψε τα τελευταία χρόνια του πολέμου και τη συνθηκολόγηση των Αθηναίων ήταν ο Ξενοφών: «Ο Λύσανδρος αγκυροβόλησε στον Πειραιά, οι εξόριστοι γύρισαν, και βάλθηκαν με πολλήν όρεξη να γκρεμίζουν τα Τείχη, στους ήχους αυλού που έπαιζαν κο­ρίτσια - νομίζοντας ότι από κείνη τη μέρα ελευθερωνόταν η Ελλάδα».4

Ο Θουκυδίδης δεν ήταν ο πρώτος που έγραψε ιστορία. Οι Έλληνες πίστευαν ότι τα επικά ποιήματα του Ομήρου, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, αν και ήταν έμμετρες αφηγήσεις γεμάτες από θεϊκούς και μυθολογικούς χαρακτήρες, αναφέρονταν σε πραγματικά γεγονότα και ανθρώπους του μακρινού παρελθόντος. Ακόμη και ο ρεαλιστής Θουκυδίδης τα χρησιμοποίησε ως μαρτυρίες για την πρώιμη ιστορία των Ελλήνων. Τον 6ο αιώνα, πάντως, έκανε την εμφάνισή του ένας νέος τρόπος σκέψης μεταξύ των ελληνικών πόλεων της Ιωνίας, στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας, και ιδιαίτερα στη Μίλητο. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι αυτή η νέα προσέγγιση χρησιμοποίησε τον μύθο ορθολογιστικά, ακόμη και επιστημονικά, ως μέσο για την κατανόηση και την ερμηνεία του κόσμου και της οικουμένης.

Αυτή η πνευματική επανάσταση ξέσπασε στην περίοδο που μεσολαβεί ανάμεσα στην εποχή του ποιητή Ησίοδου, ο οποίος έγραψε μεγάλο μέρος της ελληνικής μυθολογίας γύρω στο 700, και αυτή του Εκαταίου του Μιλήσιου, περίπου δύο αιώνες αργότερα. Ο Εκαταίος, αντίθετα με τους προηγούμενους Μιλήσιους ερευνητές οι οποίοι διατύπωναν εικασίες σχετικά με φιλοσοφικά-επιστημονικά ζητήματα περί της φύσης και της σύστασης του σύμπαντος, ενδιαφερόταν για πιο απτά θέματα. Σχεδίασε τον πρώτο από τους γνωστούς χάρτες, στο έργο του Γης περίοδος. Επίσης, μελέτησε τις παρελθούσες εμπειρίες των ανθρώπων στο έργο του Γενεηλογίαι, όπου αντιμετώπισε ορθολογικά και κριτικά τους ηρωικούς μύθους του παρελθόντος. Αντιμετωπίζει με κριτική οξυδέρκεια τις αφηγήσεις περί αριστοκρατικών οικογενειών και τους ισχυρισμούς τους ότι είχαν θεϊκή καταγωγή: «Εγώ, ο Εκαταίος, θα πω ποια νομίζω ότι είναι η αλήθεια. Οι αφηγήσεις των Ελλήνων είναι πολλές και γελοίες». Ο ίδιος δεν αυτοσχεδίασε ούτε απογοητεύθηκε στην προσπάθειά του να αναζητά την αλήθεια. Δεν σταμάτησε να αμφισβητεί, να ερευνά και να προσπαθεί να γνωρίσει και να κατανοήσει μέσω της λογικής τα ακριβή γεγονότα - κοινώς, να ανοίγει τον δρόμο για την ιστορία.

Αυτός, όμως, τον οποίο αποκαλούμε «πατέρα της Ιστορίας» δεν είναι ο Εκαταίος αλλά ο Ηρόδοτος, που γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό, στην ίδια αιγαιοπελαγίτικη ακτή όπου βρίσκεται και η Μίλητος, γύρω στο 484, κάπου ανάμεσα στη μάχη του Μαραθώνα και τη μεγάλη περσική εισβολή του 480. Πέθανε περίπου το 425, λίγα χρόνια μετά την αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο Ηρόδοτος δεν έγραψε για την εποχή του, όπως ο Θουκυδίδης, αλλά βασίστηκε κυρίως σε όσα είχε ακούσει για προηγούμενες εποχές. Ενώ όμως ο Εκαταίος φαίνεται να περιορίζεται στη σύγκριση και την ορθολογική κριτική όσων ήταν μέχρι τότε γνωστά, ο Ηρόδοτος, στην προσπάθειά του να διατηρήσει τις μνήμες μεγάλων κατορθωμάτων του παρελθόντος, ανέλαβε να κάνει νέες έρευνες, ακόμη και να ταξιδέψει σε ξένες χώρες προκειμένου να συγκεντρώσει τα σχετικά στοιχεία. Οι απόπειρές του να διατηρήσει τις παραδόσεις και να ανακαλύψει νέα γεγονότα είχαν ανάγκη από μια καινούργια μέθοδο, και απαιτούσαν όχι μόνο τη λογική αντιμετώπιση όλων των πιθανοτήτων αλλά και την αξιολόγηση της εγκυρότητας των στοιχείων.

Ωστόσο, ο Ηρόδοτος δεν φημιζόταν για την ακρίβεια, την πιστότητα, και την αντικειμενικότητά του. Οι συγγραφείς της αρχαιότητας τόνιζαν τις ανακρίβειές του ως προς τα γεγονότα, και πολλοί τον αποκαλούσαν καθαρά ψεύτη, ενώ ο Πλούταρχος, στο έργο του Περί της Ηροδότου κακοηθείας, τον κατηγορεί για έλλειψη πατριωτισμού και προκατάληψη υπέρ της Αθήνας. Με το δαιδαλώδες ύφος του, που έβριθε από αναφορές χωρίς συνοχή στα ήθη και τα έθιμα διαφόρων λαών, παρουσιάζοντας τους θεούς να έχουν βασικό ρόλο στα ανθρώπινα, διασκέδαζε τους ακροατές του, αλλά δεν αποτέλεσε υπόδειγμα ιστορικού συγγραφέα, ακόμη και με τα πρότυπα του αρχαίου κόσμου.

Αυτός ο οποίος επηρέασε, μάλλον, περισσότερο τους αρχαίους συγγραφείς ιστορίας ήταν ο Θουκυδίδης. Προσέγγισε το αντικείμενο με τελείως διαφορετικό τρόπο. Χωρίς να κατονομάζει ευθέως τον ιστορικό των Περσικών Πολέμων, ο Θουκυδίδης διόρθωσε ορισμένα από τα πραγματολογικά λάθη του Ηροδότου, απορρίπτοντάς τον ως κάποιον που έγραψε ένα «έργο επίκαιρου διαγωνισμού για ένα πρόσκαιρο ακροατήριο» συγκρινόμενο με τη δι­κή του σοβαρότερη προσπάθεια, η οποία προοριζόταν να γίνει «αιώνιο κτήμα των ανθρώπων» (1.22.4).

Ποιος ήταν αυτός ο Θουκυδίδης, και ποια η φύση του έργου του το οποίο εξακολουθεί να μας ενδιαφέρει και να ασκεί επιρροή για περισσότερο από είκοσι τέσσερις αιώνες μετά τη δημιουργία του; Ήταν ένας Αθηναίος αριστοκρατικής καταγωγής, γόνος μιας πολύ σημαντικής και ιδιαίτερα εύπορης οικογένειας, ο οποίος ενηλικιώθηκε όταν το μεγαλείο της Αθήνας του Περικλή είχε φτάσει στο απόγειό του. Γεννημένος ανάμεσα στο 460 και το 455, διήνυε μόλις την τρίτη δεκαετία της ζωής του όταν ξέσπασε ο μεγάλος Πελοποννησιακός Πόλεμος, και πέθανε λίγα χρόνια μετά το τέλος του, αφήνοντας ημιτελές το σπουδαίο του έργο. Το όνομα του πατέρα του, Όλορος, δεν ήταν αθηναϊκό, αλλά θρακικό. Είχε το ίδιο όνομα με τον παππού του Κίμωνα, του σπουδαίου στρατηγού και πολιτικού που κυριάρχησε στη δημόσια ζωή της Αθήνας κατά τις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν την περσική εισβολή. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι ο Θουκυδίδης ήταν συγγενής του Κίμωνα, καθώς και ενός άλλου Θουκυδίδη, του γιου του Μελησίου, ο οποίος υπήρξε ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος του Περικλή τη δεκαετία του 440. Όπως το θέτει ένας μελετητής: «Ενώ προερχόταν από γενιά που αντιπολιτευόταν τον Περικλή, τον ακολούθησε με ζήλο προσήλυτου».5

Ο Θουκυδίδης φροντίζει να μας ενημερώσει ότι είχε την κατάλληλη ηλικία ώστε να μπορεί να εκτιμήσει τη σοβαρότητα της αποστολής του: «Έζησα ολόκληρο [τον πόλεμο] και σε ηλικία που μου επέτρεπε να έχω ήρεμη κρίση και να παρακολουθώ τα γεγονότα με προσοχή, ώστε να μαθαίνω τα πράγματα με ακρίβεια» (5.26.5). Βρισκόταν στην Αθήνα από την αρχή του πολέμου μέχρι την εποχή που εξορίστηκε, το 424 και, αναμφίβολα, πήρε μέρος σε ορισμένες από τις εκστρατείες εκείνων των ετών, και προσβλήθηκε από τον μεγάλο λοιμό που έπληξε την Αθήνα μεταξύ του 430 και του 427. Ήταν τυχερός που επέζησε, με δεδομένο ότι η επιδημία σκότωσε περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, και χρησιμοποίησε την προσωπική του εμπειρία για να δώσει μια λεπτομερή περιγραφή των συμπτωμάτων και των καταστροφικών αποτελεσμάτων της, αν και η ακριβής φύση της ασθένειας εξακολουθεί να παραμένει άλυτο μυστήριο. Το 424 εξελέγη στρατηγός, ένας από τους δέκα ηγέτες οι οποίοι υπηρετούσαν στο σημαντικότερο στρατιωτικό και πολιτικό αξίωμα της Αθήνας. Ανέλαβε τη διοίκηση του ναυτικού στην περιοχή της Θράκης, της οποίας η σημαντικότερη πόλη, η Αμφίπολη, ήταν αθηναϊκή αποικία, με μεγάλη οικονομική και στρατηγική σημασία. Ενδέχεται αυτό το καθήκον να του ανατέθηκε λόγω της σχέσης του με την περιοχή: ο ίδιος μας πληροφορεί ότι τα ορυχεία χρυσού που βρίσκονταν εκεί του ανήκαν, και «είχε επιρροή στους προκρίτους της περιοχής» (4.105.1). Όταν ο σπουδαίος Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας κατέλαβε αιφνιδιαστικά την πόλη, οι Αθηναίοι θεώρησαν υπεύθυνο για την ήττα τον Θουκυδίδη, και τον καταδίκασαν για προδοσία, στέλνοντάς τον εξορία για τα επόμενα είκοσι χρόνια του πολέμου. Αυτή η μεγάλη ατυχία είχε και τα πλεονεκτήματά της, ιδιαίτερα για εμάς, γιατί του έδω­σε τη δυνατότητα να σχετιστεί με «τις δύο παρατάξεις, ιδίως με τους Πελοποννησίους, λόγω της εξορίας μου, κ' έτσι μπόρεσα να παρακολουθήσω με ηρεμία τα γεγονότα» (5.26.5-6).

Δεν είναι εύκολο να αντιληφθούμε τις ιδέες του Θουκυδίδη μέσα από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Ο Θουκυδίδης δεν έγραψε φιλοσοφική ή πολιτική πραγματεία με στόχο να εκθέσει τις απόψεις και τα επιχειρήματά του, αλλά ιστορία, στοχεύοντας στη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα, εμμένοντας επιμελώς στο αντικείμενό του, και αποφεύγοντας σχεδόν ολοκληρωτικά αλλαγή πορείας. Βέβαια, δηλώνει ευθέως τη γνώμη του, και αυτό αποτελεί σοβαρή βάση για να γίνει κατανοητή η σκέψη του. Ορισμένες δηλώσεις του σχετίζονται με την ερευνητική του μέθοδο, και άλλες με την άποψή του για τη γε­νική πορεία της πολιτικής ζωής.

            Μελετώντας τις ιδέες οι οποίες ενσωματώνονται στο έργο του, είναι χρήσιμο και ενδιαφέρον να συγκρίνουμε τον Θουκυδίδη με τον προ κάτοχό του, τον Ηρόδοτο. Η αξιοσημείωτη διαφορά στον τρόπο σκέψης των δύο ιστορικών εντυπωσιάζει εξαρχής. Αντίθετα από τον Ηρόδοτο, ο ορθολογισμός του οποίου δεν έρχεται σε αντίθεση με την παραδοσιακή του ευσέβεια, ο Θουκυδίδης φαίνεται να κάνει θεαματική στροφή προς τη σύγχρονη πραγματικότητα. Δεν αποδέχεται τους μύθους, ούτε τους εκλογικεύει. Είτε τους αγνοεί είτε τους αναλύει με ψυχρό βλέμμα. Δεν αναζητά εξηγήσεις για την ανθρώπινη συμπεριφορά στη θέληση των θεών, ενίοτε, ούτε καν στη θέληση των ατόμων, αλλά προσπαθεί να αναλύσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία. Ωστόσο, ο Θουκυδίδης δεν εμφανίστηκε ως διά μαγείας και με ανεξήγητο τρόπο επί σκηνής. Εμφανίστηκε σε μια εποχή όπου η ανάπτυξη των διανοητικών ικανοτήτων κατά τον 5ο αιώνα είχε φτάσει στην κορύφωσή της και ασκούσε μεγάλη επίδραση στη ζωή των Ελλήνων, μια περίοδος που ενίοτε αποκαλείται «Ελληνικός Διαφωτισμός».

Δύο στοιχεία αυτού του διαφωτισμού φαίνεται να έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα τη σκέψη του Θουκυδίδη: το κίνημα των σοφιστών και η σχολή των ιατρικών συγγραφέων από το περιβάλλον του Ιπποκράτη του Κώου. Με διαφορετικό τρόπο το καθένα, αποτέλεσαν κλαδιά του ίδιου δέντρου ορθολογικής έρευνας του κόσμου που είχε ριζώσει στις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας κατά τον 6ο αιώνα. Ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης, και οι διάδοχοί τους, διέφεραν από αυτούς που είχαν διατυπώσει, προηγουμένως, κάποιες εικασίες για τη φύση του κόσμου και την προέλευσή του, γιατί διατύπωσαν αμιγώς φυσιοκρατικές θεωρίες. Ο Θαλής, για παράδειγμα, διατύπωσε μια αντίληψη για την προέλευση της Γης σύμφωνα με την οποία καθετί εξελίχθηκε με φυσικό τρόπο, χωρίς θεϊκή παρέμβαση, από το αρχέγονο ύδωρ, μέσω μιας διαδικασίας παρόμοιας με αυτή με την οποία σχηματίζεται η ιλύς του Νείλου.

Από αυτή την παράδοση των φυσιοκρατικών θεωριών γεννήθηκαν και η επιστήμη και η φιλοσοφία. Στις πρώιμες αντιλήψεις περί του φυσικού κόσμου δεν γινόταν διαχωρισμός αυτών των κλάδων, αλλά τον 5ο αιώνα οι διάφορες εικασίες για τη φύση των υλικών πραγμάτων έδειχναν να έχουν φτάσει πολύ μακριά. Αυτό, πάντως, που παρέμενε ζωντανό και ισχυρό ήταν το ερευνητικό πνεύμα, πάντα με φυσιοκρατική αντίληψη, και η αίσθηση της νέας εποχής ήταν πως αντικείμενο της μελέτης του ανθρώπου αποτελούσε ο ίδιος ο άνθρωπος. Οι σοφιστές έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον για τον ρόλο του ανθρώπου στην κοινωνία. Η ιατρική σχολή του Ιπποκράτη ασχολιόταν με τη διερεύνηση της σωματικής υγείας. Και οι δύο σχολές εξακολουθούσαν να αποφεύγουν τις μη ορθολογικές ή τις υπερφυσικές ερμηνείες, και επιζητούσαν να κατανοήσουν τον άνθρωπο με μόνη αναφορά στη φύση του.

              Από αυτή την άποψη, οι διάφοροι σοφιστές, κατά τα άλλα πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους ως προς τις θέσεις και τις μεθόδους, μπορεί να θεωρηθεί ότι παρουσιάζουν ενιαία αντίληψη. Όλους τους διέκρινε ένας κοινός σκεπτικισμός απέναντι στην παράδοση, θρησκευτική, κοινωνική ή πολιτική, και η επιθυμία να γνωρίσουν τις συμπεριφορές της φύσης, ιδιαίτερα της ανθρώπινης φύσης. Ο σκεπτικισμός είναι το πιο γνωστό στοιχείο της σκέψης τους, και ο αγνωστικιστικός τους τρόπος προσέγγισης του θείου ήταν διαβόητος μεταξύ των συγχρόνων τους. Ο Ξενοφάνης από τον Κολοφώνα είχε εκδηλώσει αγνωστικιστικές τάσεις έμφυτες στους Ίωνες προκατόχους του, τονίζοντας ότι οι άνθρωποι νομίζουν πως οι θεοί γεννιούνται, έχουν σώματα, ντύνονται, και μιλούν όπως οι ίδιοι- αν τα βόδια, τα άλογα, και τα λιοντάρια είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίζουν όπως οι άνθρωποι, ισχυριζόταν, θα παρίσταναν τους θεούς κατ’ εικόνα τους. Οι Αιθίοπες πίστευαν σε θεούς μελαψούς, με πλακουτσωτή μύ­τη, και οι Θράκες σε θεούς κοκκινομάλληδες με γαλάζια μάτια.6 Παρόμοια συμπεριφορά έχει περιγράφει λακωνικότερα ο Πρωταγόρας: «Όσο για τους θεούς, δεν μπορώ να γνωρίζω τι είναι και τι δεν είναι, ή ποια η φύση τους. Γιατί η γνώση μας εμποδίζεται από πολλά, και από την ασάφεια του ζητήματος και από το ότι η ζωή του ανθρώπου είναι σύντομη».' Ο Πρωταγόρας δεν αρνείται την ύπαρξη των θεών, αλλά είναι βέβαιος ότι την περιβάλλει τόσο μεγάλη ασάφεια, ώστε κάθε εξήγηση για γεγονότα που εξαρτώνται από αυτούς να καταλήγει παράλογη.

Ο ίδιος ορθολογικός σκεπτικισμός είναι βασικό συστατικό της ιπποκρατικής σκέψης.8 Ένας από τους ιπποκρατικούς, για παράδειγμα, έγραψε σχετικά με τη μυστηριώδη νόσο της επιληψίας: «Νομίζω ότι η νόσος δεν είναι περισσότερο ιερή από οποιαδήποτε άλλη. Έχει φυσικά αίτια, ακριβώς όπως και κάθε άλλη ασθένεια. Οι άνθρωποι τη θεωρούν ιερή απλώς επειδή δεν την καταλαβαίνουν. Αλλά αν αποκαλούσαν ιερό καθετί που δεν καταλαβαίνουν, ε, λοιπόν, τα ιερά πράγματα δεν θα είχαν τέλος».9 Επιπλέον, οι ιπποκρατικοί χρησιμοποιούσαν την έρευνα για να αποκτήσουν σαφέστερη αντίληψη της επιστημονικής μεθόδου. Ένας συγγραφέας, μιλώντας για τη θεραπεία εσωτερικών προβλημάτων υγείας, αναφέρεται στη

σωστή χρήση των συμπερασμάτων όταν τα γεγονότα δεν είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτά από τις αισθήσεις:

Αναμφίβολα, κάποιος που βλέπει μόνο με τα μάτια δεν μπορεί να γνωρίζει τίποτε απ’ όσα περιγράφονται εδώ. Γι’ αυτό τον λόγο αποχάλασα αυτά τα σημεία σκοτεινά, ακριβώς όπως έχουν εκτιμηθεί από την τέχνη. Ο σκοτεινός χαρακτήρας τους, πάντως, δεν σημαίνει ότι βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό μας, αλλά τα ελέγχουμε όσο είναι δυνατόν, μια δυνατότητα η οποία περιορίζεται μόνο από την ικανότητα του αρρώστου να υποστεί εξέταση και των ερευνητών να διεξαγάγουν την έρευνα. Πράγματι, απαιτείται περισσότερος κόπος και περισσότερος χρόνος για να τα γνωρίσουμε σαν να τα βλέπαμε με τα μάτια μας' γιατί ό, τι ξεφεύγει από το βλέμμα ελέγχεται με τα μάτια του νου, και για τους πόνους του ασθενούς που οφείλονται στο ότι δεν έγιναν γρήγορα αντιληπτοί δεν ευθύνεται ο γιατρός αλλά η φύση του ασθενούς και της ασθένειας. Πράγματι, ο γιατρός, καθώς δεν μπορεί να δει το πρόβλημα με τα μάτια του ούτε να το πληροφορηθεί με τα αφτιά του, προσπαθεί να το ανιχνεύσει με τ-η λογική.10

 

Το πεδίο ερευνών του Θουκυδίδη δεν ήταν η φύση του υλικού κόσμου ούτε η υλική φύση του ανθρώπου, αλλά η κοινωνία του ανθρώπου που ζούσε στην πόλιν. Η πολιτική με την ευρύτερη έννοια - η διερεύνηση και η κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς στην κοινωνία - βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του. Ως προς αυτό διέφερε από τους φυσικούς θεωρητικούς, τους σοφιστές, και τους ιπποκρατικούς, αλλά οι ιδέες τους τον επηρέασαν και τον βοήθησαν στη διαμόρφωση της σκέψης του. Όπως όλοι αυτοί, ξεκίνησε παρατηρώντας τα φαινόμενα και προχώρησε διακρίνοντας και περιγράφοντας τα λογικά συμπεράσματα που προέκυπταν από αυτά. Χρησιμοποίησε ως δεδομένα τις ιστορικές πράξεις των ανθρώπων του παρελθόντος, είτε του απώτερου είτε του πιο πρόσφατου. Με τη συχνή επανάληψή τους και τη σωστή κατανόηση, αυτές οδηγούν σε γενικούς κανόνες ανθρώπινης συμπεριφοράς οι οποίοι μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμοι στους ανθρώπους για το μέλλον. Ο μελετητής της κοινωνικής συμπεριφοράς -και αυτό είναι ο ιστορικός- έχει διττή ευθύνη: πρώτον να αναζητήσει με επιμέλεια και ακρίβεια την αλήθεια όσων έχουν συμβεί, και κατόπιν να ερμηνεύσει τα γεγονότα με σύνεση και κατανόηση, εξασφαλίζοντας τη διαρκή αλληλουχία αυτών των δύο παραγόντων. Η διαπίστωση των γεγονότων (έργα) ήταν ζωτικής σημασίας αλλά, εντέλει, υπερίσχυσε η επεξεργασία των ερμηνειών (λόγοι) που ανέκυπταν από αυτά. Ορισμένοι εκλαμβάνουν αυτές τις ερμηνείες ως μια προσπάθεια μελέτης της ανθρώπινης κοινωνίας, όπως έκαναν οι ιπποκρατικοί για την ιατρική: ακριβώς όπως στην ιατρική ήταν απαραίτητες κάποιες γενικές διατυπώσεις που της επέτρεπαν να ξεφύγει από τον απλό εμπειρισμό, ένα ανάλογο σύστημα ταξινόμησης ήταν αναγκαίο για να μπορέσει η ιστορία να ξεφύγει από το επίπεδο του απλού χρονικού, τη χαρακτηριστική μορφή αφήγησης των χρονικογράφων. Η αξιολόγηση ενός συνόλου συμπτωμάτων προκειμένου να φτάσει κανείς στην περιγραφή μιας ασθένειας και η κατανόηση, όπου αυτό είναι δυνατό, της ακριβούς κατηγορίας της είναι η μέθοδος του Ιπποκράτη, την οποία ορίζει με τις λέξεις σημειολογία και πρόγνωσις. Αυτή την ίδια μέθοδο επεδίωξε να εφαρμόσει ο Θουκυδίδης για την ιστορία, μετατρέποντάς την, κατά συνέπεια, σε σημειολογία και πρόγνωση της ανθρώπινης ζωής.11

Ο Θουκυδίδης ήταν κάτι λιγότερο και, συγχρόνως, κάτι περισσότερο από επιστήμονας ενός συγκεκριμένου κλάδου, αλλά, διαβάζοντας την περιγραφή του ιστορικού για τον μεγάλο λοιμό που είχε ξεσπάσει στην Αθήνα το 430, δεν μπορεί κανείς παρά να αντιληφθεί τα όσα αυτός οφείλει στους ιπποκρατικούς. Καθώς είχε προσβληθεί και ο ίδιος από τη νόσο, δίνει μια λεπτομερή και ακριβή περιγραφή των συμπτωμάτων και της εξέλιξής της έτσι ώστε «αν τύχη και ξανάρθη ποτέ, να τα έχη ο καθένας υπ’ όψη του και να ξέρη την αρρώστια» (2.48.3). Η σαφής σημασία αυτών των λόγων είναι ότι μια πιστή περιγραφή θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη στο μέλλον για την αναστολή της εξέλιξης της νόσου, ή, τουλάχιστον, για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της.

Αλλά επειδή ο Θουκυδίδης μελετά την κοινωνία, η περιγραφή του λοιμού περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από τις υλικές συνέπειες της ίδιας της επιδημίας. Γι’ αυτόν οι συνέπειες μιας τόσο συγκλονιστικής εμπειρίας στο ηθικό της κοινωνίας παρουσίαζαν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Καθώς ο θάνατος και η απόγνωση αποδυνάμωναν το φρόνημα της κοινότητας, οι συνήθεις αναστολές των ανθρώπων, που επιβάλλουν η θρησκεία και ο νόμος, έπαψαν να λειτουργούν, και οι Αθηναίοι ενέδωσαν στον αχαλίνωτο ηδονισμό, ο οποίος υπήρξε ενδεχομένως εξίσου βλαβερός με τον σωματικό πόνο. Γι’ αυτό, μια ιστορική περιγραφή του λοιμού δεν είναι απλώς μια χρήσιμη και ανθρώπινη εκτροπή από τον στόχο, αλλά απαραίτητη συνιστώσα των έργων που βοηθά στην εξήγηση της έκβασης του πολέμου.

Ο Θουκυδίδης αναλαμβάνει και πάλι το έργο της διάγνωσης των δεινών της κοινωνίας όταν περιγράφει του εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε στην Κέρκυρα το 428, ένα συμβάν που αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα πάλης των τάξεων, την οποία ενίσχυε και ενέτεινε η εμπόλεμη κατάσταση. Οι ολιγαρχικοί επιχείρησαν να καλέσουν σε βοήθεια τους  ΙΙελοποννησίους· οι δημοκρατικοί, που κυβερνούσαν, εκμεταλλεύτηκαν την αθηναϊκή βοήθεια προκειμένου να συντρίψουν τους αντιπάλους τους και να εδραιώσουν την εξουσία τους. Ο φόβος και το μίσος ωθούσαν και τις δύο πλευρές σε πράξεις όλο και πιο ακραίες, καθώς τα κομματικά ζητήματα άνοιγαν τον δρόμο στις προσωπικές βεντέτες. Ο Θουκυδίδης περιγράφει τα γεγονότα της Κέρκυρας με κάθε λεπτομέρεια, επειδή θεωρούσε ότι αυτά θα χρησίμευαν ως παράδειγμα για παρόμοιες κοινωνικές ταραχές στο μέλλον: «Αργότερα μπορεί κανείς να πη ότι ολόκληρος ο ελληνισμός συνταράχθηκε, γιατί παντού σημειώθηκαν εμφύλιοί σπαραγμοί. Οι δημοκρατικοί καλούσαν τους Αθηναίους να τους βοηθήσουν και οι ολιγαρχικοί τους Λακεδαιμονίους» (3.82.1 ).

Αλλά η λεπτομερής εξιστόρηση και ανάλυση της επανάστασης στην Κέρκυρα δεν δίνει μόνο στοιχεία για τη μελλοντική πορεία του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η σωστή αντίληψη αυτών των γεγονότων μπορεί να διευκολύνει την κατανόηση ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας. Οι επαναστάσεις που συντάραξαν την Ελλάδα στη διάρκεια του πολέμου έφεραν μαζί τους μεγάλες συμφορές, «που γίνονται και θα γίνωνται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου, συμφορές που μπορεί να είναι βαρύτερες ή ελαφρότερες κ’ έχουν διαφορετική μορφή ανάλογα με τις περιστάσεις» (3.82.2).

Σε αυτό το είδος εξέτασης και ανάλυσης της πολιτικής που ο ίδιος επινόησε, ο Θουκυδίδης πρόσθεσε τα εργαλεία με τα οποία τον εφοδίασαν τόσο οι σοφιστές όσο και οι ιπποκρατικοί. Μια από τις χαρακτηριστικές ιδέες των σοφιστών ήταν η διάκριση ανάμεσα στα δύο στοιχεία που καθορίζουν τη συμπεριφορά του ανθρώπου στην κοινωνία: η φύσις και ο νόμος. Κατά την άποψή τους, η φύσις αντιπροσωπεύει την έμφυτη τάση του ανθρώπου να ικανοποιεί τις επιθυμίες του, ενώ ο νόμος είναι ένα εφεύρημα μέσω του οποίου η κοινωνία αυτοπροστατεύεται από τις αντικοινωνικές συμπεριφορές της ανθρώπινης φύσης. Η ελληνική κοινωνία βασιζόταν στην κοινή αποδοχή του νόμου ως ιερού, και ο ριζοσπαστισμός των σοφιστών οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην ενδοιαστική στάση τους απέναντι του. Ο Θουκυδίδης δεν υιοθετεί την ακραία εικονοκλαστική αντίληψη ορισμένων σοφιστών, αλλά στη διάκριση μεταξύ φύσης και νόμου βρήκε ένα χρήσιμο εργαλείο για τη δική του συλλογιστική. Πώς να κατανοήσουμε τις φοβερές αγριότητες που διαπράττουν οι άνθρωποι στη διάρκεια ενός εμφυλίου πολέμου; Πώς να εξηγήσουμε τη μεταμόρφωση των, υπό κανονικές συνθήκες, νομοταγών πολιτών σε αδηφάγα θηρία που παρασύρονται από ανεξέλεγκτα πάθη; «Ολόκληρη η ζωή της πολιτείας αναστατώθηκε και η ανθρώπινη φύση (η ανθρώπεια φύσις), η οποία - κι όταν ακόμα υπάρχει ευνομία - έχει την τάση να παρανομή, ξεχείλισε, κι ανατρέποντας τους νόμους, έδειξε με ικανοποίηση, όλη της την ασυγκράτητη έχθρα εναντίον κάθε εξουσίας» (3.84.2).

Αυτό το απόσπασμα είναι ένα έξοχο παράδειγμα της μεθόδου του Θουκυδίδη. Δέχεται την κατ’ ουσίαν ομοειδή φύση των ανθρώπων - στην προκειμένη περίπτωση, τη ζήλια και την καχυποψία απέναντι σε κάθε είδους υπεροχή. Υπό κανονικές συνθήκες, ελέγχεται από τα έθιμα και τον νόμο, αλλά όταν οι περιστάσεις - και, στη συγκεκριμένη περίσταση, μια παρατεταμένη εμπόλεμη περίοδος - το επιτρέψουν, αυτοί οι επίκτητοι δεσμοί χαλαρώνουν και οι άνθρωποι επιστρέφουν στη φυσική τους κατάσταση. Με την κατάλληλη αναλυτική διάγνωση μπορεί να προβλεφθεί μια τέτοια συμπεριφορά και να εμποδιστεί η ανάπτυξή της κατά τον ίδιο τρόπο που ο γιατρός, λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο συγκεκριμένων συμπτωμάτων, μπορεί να προβλέψει με μεγάλη πιθανότητα την εξέλιξη της συσχετιζόμενης νόσου, εφόσον γνωρίζει τον γενικό χαρακτήρα και τη φυσιολογική πορεία της.

Οι θεοί και άλλες υπερφυσικές δυνάμεις δεν έχουν καμία θέση σε μια τέτοια άποψη για την ανθρώπινη φύση, και η Ιστορία αποκλείει αυστηρά κάθε ανάμειξη του υπερφυσικού στις ανθρώπινες υποθέσεις. Παρόλο που ο Θουκυδίδης αναφέρεται στην αύξηση της δυσπιστίας ως διαλυτικού παράγοντα στην ελληνική κοινωνία και εγκωμιάζει την ευσέβεια του Νικία, όπως υπογραμμίζει ο Τζων Φίνλεϊ, «απλά, δεν πίστευε ότι οι θεοί επενέβαιναν στις αποφάσεις των πολιτικών δυνάμεων τις οποίες θεωρούσε βαρύνουσας σημασίας για την ιστορία».12

Μια τέτοια αυστηρότητα και μια τόσο μεγάλη εγγύτητα με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών ίσως να εκθέτουν το έργο του Θουκυδίδη ως υπερβολικά επιστημονικό· συνεπώς, αντιιστορικό. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε πως παραγνωρίζει τη δύναμη των συγκεκριμένων γεγονότων η προσήλωσή του στο ιπποκρατικό ιδεώδες απαιτεί προσεκτική εξέταση κάποιων ειδικών γεγονότων τα οποία, ως σύνολο, αποτελούν το θέμα της μελέτης του. Επιπλέον, όποιος διαβάσει την εξαιρετική και συγκινητική περιγραφή της Σικελικής εκστρατείας από τον Θουκυδίδη, από το αισιόδοξο στάδιο της προετοιμασίας της μέχρι την τραγική της κατάληξη, δεν έχει καμία αμφιβολία για την αφηγηματική δεινότητα του ιστορικού, ούτε για την αγάπη του προς τις παραστατικές λεπτομέρειες των ίδιων των γεγονότων. Και ακόμη μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να κατηγορήσουμε τον Θουκυδίδη ότι αναζητούσε στην ιστορία πρότυπα. Ο Ηρόδοτος, με τον δικό του τρόπο, έκανε το ίδιο, και κέρδισε τον τίτλο του «πατέρα της Ιστορίας», αφού το γεγονός ότι επικεντρώνεται κανείς πλήρως και αποκλειστικά «στα ίδια τα γεγονότα» δεν σημαίνει ότι γίνεται ιστορικός αλλά χρονικογράφος. Σίγουρα, τα πρότυπα τα οποία τυπικά ξεχώριζε ο Ηρόδοτος ήταν ηθικά και θρησκευτικά, αντίθετα με τα πολιτικά και κοινωνικά κυρίως που παρατηρούνται στον Θουκυδίδη, αλλά είναι επίσης παραπλανητικό να θεωρήσουμε ότι ο Θουκυδίδης προσπαθεί να εδραιώσει μια αμιγώς εμπειρική μελέτη της πολιτικής αναζητώντας «κάποια αναλλοίωτη και αιώνια αλήθεια».11 Απλώς, ενδιαφερόταν για τον βαθμό βεβαιότητας και πιθανής συνάφειας των γεγονότων στην κοινωνία, όχι των στοιχείων στη φύση.

Οι δηλώσεις του ίδιου του Θουκυδίδη δείχνουν καθαρά ότι ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύει τις πράξεις των ανθρώπων δεν έχει διόλου σχέση με νόμους όπως αυτοί της φυσικής ή με τις «απόλυτες αλήθειες» φιλοσοφικού τύπου. Στην άποψη του Θουκυδίδη περί πολιτικής ανάλυσης δεν περιλαμβάνεται η άκαμπτη αλληλουχία αιτίου και αιτιατού, και, στην πραγματικότητα, παίρνει σοβαρά υπόψη του τους μη υπολογίσιμους παράγοντες. Σε ορισμένα κρίσιμα σημεία της Ιστορίας του εξηγεί σημαντικά γεγονότα αποδίδοντάς τα στην τύχη. Η τύχη οδήγησε τους Αθηναίους να οχυρώσουν την Πύλο, μια στιγμή αποφασιστικής σημασίας για τον πόλεμο (4.3.1), και η τύχη, και πάλι, προκάλεσε την έκλειψη που εμπόδισε τους Αθηναίους να δραπετεύσουν από τις Συρακούσες (7.50.4) και συνέβαλε στη μεγάλη σικελική καταστροφή. Τέτοιες περιπτώσεις, πάντως, δεν αποτελούν απόδειξη πως ο ιστορικός πίστευε ότι, ουσιαστικά, τον κόσμο τον κυβερνούσε το παράλογο. Αντιθέτως, ο Θουκυδίδης πίστευε ότι μπορούσε κανείς να αναλύσει τον κόσμο με τη λογική, αν όχι με απόλυτη επιστημονική βεβαιότητα, και ότι τα ευφυή άτομα με ασυνήθιστα χαρίσματα ήταν σε θέση, με ενδελεχή και συστηματική μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, να κάνουν σωστές και χρήσιμες εκτιμήσεις της πιθανής αντίδρασης των ανθρώπων, ιδιαίτερα όταν αυτοί αντιδρούν ως μάζα.

Η αντίληψη του Θουκυδίδη για τη μελέτη της πολιτικής συμπεριφοράς διαφέρει από την αιτιοκρατική αντίληψη, η οποία υπήρξε το θεμέλιο των φυσικών επιστημών, και για έναν ακόμη πιο βασικό λόγο. Αποδίδει μεγάλη σημασία στον ρόλο του ατόμου στην ιστορία και στη δυνατότητά του να αλλάξει την πορεία της. Η διδακτική πλευρά του έργου του -η προσπάθεια να αναγνωρίσει θεμελιώδη πρότυπα- έχει σκοπό να εφοδιάσει το άτομο με την απαραίτητη οξυδέρκεια {γνώμη) έτσι ώστε να διαβλέπει την πορεία των πολιτικών γεγονότων και να τα ελέγχει. Και, κατά την εκτίμηση του Θουκυδίδη, υπήρχαν κάποιοι τέτοιοι χαρισματικοί πολιτικοί ηγέτες. Ο Θεμιστοκλής, για παράδειγμα, «ήταν σε θέση να κρίνη ταχύτατα ποια ήταν η καλύτερη λύση για τα προκείμενα ζητήματα και να προβλέπη τα μέλλοντα να συμβούν», και μπορούσε «να προβλέπη τα ευνοϊκά ή αντίξοα στοιχεία

που κρύβει το άδηλο μέλλον». Συνεπώς τα χαρίσματα του αυτά τον ανέδειξαν «άριστο στο ν’ αυτοσχεδιάζη, σε κάθε περίσταση, τα όσα έπρεπε να γίνουν» (1.1 38.3).

Ακόμη σαφέστερη είναι η πεποίθηση του Θουκυδίδη ότι η πορεία του πολέμου είχε επηρεαστεί από τα μοναδικά χαρίσματα του Περικλή, ο οποίος συνδύαζε την προνοητικότητα με τον πατριωτισμό και την εντιμότητα (2.60.5). «Όσο είχε κυβερνήσει την πολιτεία σε καιρό ειρήνης, είχε δείξει μεγάλη σωφροσύνη και είχε διαφυλάξει την ασφάλεια της πολιτείας, η οποία υπό την ηγεσία του ήταν πολύ ισχυρή» (2.65.5). Δυστυχώς, τον διαδέχτηκαν άνδρες οι οποίοι στερούνταν τα δικά του χαρίσματα και παρέκλιναν από τη συνετή πολιτική του. «Αλλά», λέει ο Θουκυδίδης,

 

και μετά την καταστροφή της Σικελίας, όπου έχασαν όλον τον στρατό που είχαν στείλει και το μεγαλύτερο μέρος του στόλου, κ’ ενώ άρχιζε ένας εσωτερικός σπαραγμός, κατόρθωσαν ν’ ανθέξουν οκτώ ολόκληρα χρόνια πολεμώντας, όχι μόνον εναντίον όσων αρχικά ήσαν εχθροί τους, αλλά και εναντίον όσων από την Σικελία ενώθηκαν με τους εχθρούς τους και εναντίον των δικών τους συμμάχων, που αργότερα επαναστάτησαν οι περισσότεροι, ακόμα και ενα­ντίον του Κύρου, του γιου του Βασιλέως, που έδινε χρήματα στους Πελοποννησίους για τον στόλο τους. Και δεν νικήθηκαν παρά μόνο όταν εξαντλήθηκαν από τον εσωτερικό σπαραγμό. Φαίνεται λοιπόν, καθαρά, ότι, στην αρχή του πολέμου, οι δυνάμεις της Αθήνας ήσαν περίσσιες και δικαιολογούσαν τις προβλέψεις του Περικλή που πίστευε ότι εύκολα θα μπορούσε να νικήση μόνους τους Πελοποννησίους. (2.65.12-13)

 

Δεν μπορεί να υπάρξει, σαφέστερη επιδοκιμασία της ιδέας ότι οι συνετοί άνδρες μπορούν να καταστρώσουν ακριβή και ασφαλή σχέδια για το μέλλον. Συγχρόνως, ο Θουκυδίδης ξεκαθαρίζει ότι ακόμη και τα πιο μελετημένα σχέδια μπορούν να ναυαγήσουν όταν βρεθούν αντιμέτωπα με απρόβλεπτες πράξεις και γεγονότα, κάτι που έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με την επιστημονική αντίληψη περί αιτιοκρατίας. Επίσης, αυτά τα παραδείγματα αντικρούουν πιο πρόσφατες ερμηνείες που εισηγούνται ότι ο Θουκυδίδης δεν προσδοκούσε να έχει το έργο του πρακτική χρήση ή, ακόμη, ότι είχε την πρόθεση να καταδείξει τη ματαιότητα μιας τέτοιας προσπάθειας.

Αυτή ακριβώς η προσδοκία ότι κάποιος σημαντικός άνθρωπος θα έβρισκε την περιγραφή του χρήσιμη στο μέλλον εξηγεί την ασυνήθιστη έμφαση που δίνει στην ακρίβεια του έργου του ιστορικού. Εκτός από τις σπάνιες, άμεσες δηλώσεις που παραθέτει στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι απόψεις του Θουκυδίδη ίσως πρέπει να αναζητηθούν στα λόγια που αυτός βάζει στο στόμα των ηρώων του. Όπως εξηγεί ο ίδιος: «Ήταν δύσκολο να αποδοθούν με ακρίβεια, τόσο εκείνες τις οποίες άκουσα ο ίδιος όσο κ’ εκείνες που άλλοι είχαν ακούσει και μου τις ανακοίνωσαν. Γι’ αυτό και τις έγραψα έχοντας υπ’ όψη τι ήταν φυσικό να πουν οι ρήτορες που να αρμόζη καλύτερα στην περίσταση και ακολουθώντας, όσο το δυνατόν, την γενική έννοια των όσων πραγματικά είπαν» (1.22.1).

Αλλά, αντί να διευθετήσει το θέμα, η αναφορά του Θουκυδίδη στη μέθοδό του προκάλεσε όλες τις δυνατές ερμηνείες. Νομίζω πως ό, τι κι αν εννοεί με αυτή την περίπλοκη δήλωσή του, και όσο διφορούμενη κι αν είναι η πρώτη πρόταση και η σχέση της με την επόμενη, δεν μπορεί να αγνοηθεί η σαφήνεια της πρόθεσής του: «Ακλουθώντας, όσο το δυνατόν, την γενική έννοια των όσων πραγματικά είπαν». Ισχυρίζεται, λοιπόν, ότι μεταφέρονται οι ομιλίες όπως πραγματικά εκφωνήθηκαν, όχι ότι επινοήθηκαν από τον ιστορικό, και ότι επιχειρήθηκε να καταγραφούν κατά το δυνατόν ακριβέστερα. Αν ο Θουκυδίδης είχε άλλους κρυφούς σκοπούς - αν κατασκεύασε ομιλίες ή αν εισήγαγε δικές του ιδέες αντί να προσπαθήσει να μεταφέρει αυτές που ειπώθηκαν από τον ομιλητή με τον τρόπο που εκείνος τις εξέφρασε -, τότε ψεύδεται απέναντι στους αναγνώστες του. Και αν δεν μπορούμε να τον εμπιστευθούμε ως προς τη δήλωσή του αυτή, τότε θα πρέπει να τον θεωρήσουμε απλώς παραπλανητικό και αναξιόπιστο όταν μεταφέρει και άλλα γεγονότα, γιατί η εκφώνηση ενός λόγου δεν αποτελεί λιγότερο γεγονός από την επίθεση εναντίον μιας πόλης. Η δήλωσή του περί της ακρίβειας στη μεταφορά των ομιλιών δεν είναι λιγότερο δεσμευτική από αυτήν ότι καταβάλλει τη μεγίστη προσπάθεια προκειμένου να ανακαλύψει τον πραγματικό χαρακτήρα των γεγονότων τα οποία περιγράφει. Εφόσον λίγοι είναι αυτοί που αμφιβάλλουν για τη δεύτερη περίπτωση, δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητηθεί ούτε η πρώτη.

Η προϋπόθεση εδώ είναι ότι ο Θουκυδίδης εννοούσε ακριβώς τα όσα έλεγε- επομένως, αυτές οι ομιλίες τις οποίες πιθανόν να είχε ακούσει ο ίδιος πρέπει να θεωρηθούν ότι είναι αρκετά ακριβείς, ότι περιγράφουν τις ιδέες των ομιλητών, και όχι του ιστορικού. Όσο για εκείνες τις οποίες ο Θουκυδίδης δεν ήταν δυνατόν να είχε ακούσει, ή για τις οποίες δεν είναι πιθανό να είχε λάβει αξιόπιστη αναφορά (αν πράγματι υπάρχουν), ίσως να αποτελούν έκφραση δικών του ιδεών.14 Οι ομιλίες τις οποίες μπορεί να είχε ακούσει ή κάποιος να τους τις είχε περιγράφει με ακρίβεια μένει να εξεταστούν ξεχωριστά και να παραλληλιστούν με καταλόγους που έχουν καταρτιστεί από πιο αξιόπιστα στοιχεία.

Το σημαντικότερο ζήτημα σχετικά με τις αγορεύσεις στο έργο του Θουκυδίδη, πάντως, είναι η επιλογή. Γιατί άραγε, από τις εκατοντάδες ομιλίες που εκφωνήθηκαν, και τις οποίες γνώριζε ο Θουκυδίδης, επέλεξε να μεταφέρει ορισμένες και όχι κάποιες άλλες; Κάθε προσπάθεια να καταλάβουμε ποιο σκοπό εξυπηρετούσε η καθεμιά τους στην Ιστορία πιθανόν να μας αποκαλύψει πολλά για τις ιδέες και τους στόχους του Θουκυδίδη, ανεξάρτητα από το επίμαχο ζήτημα της αυθεντικότητάς της.

Αφού εξηγεί με ποια μέθοδο αποδίδει τις αγορεύσεις που επιλέγει να μεταφέρει, ο Θουκυδίδης ενημερώνει τον αναγνώστη για τη μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλει για την εξακρίβωση των λεπτομερειών του ίδιου του πολέμου:

 

Για τα γεγονότα του πολέμου δεν θέλησα ν’ αρκεσθώ σε πληροφορίες του πρώτου τυχόντος ούτε στην προσωπική μου αντίληψη και μόνο, αλλά έκανα προσεκτική έρευνα και για τα γεγονότα στα οποία ήμουν παρών και για τα όσα μου ανάφεραν άλλοι. Η εξακρίβωση ήταν δύσκολη, γιατί όσοι ήσαν αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων μού έδιναν ο καθένας την δική του εκδοχή, ανάλογα με την συμπάθειά του προς τον ένα ή τον άλλο αντίπαλο. Η έλλειψη του μυθώδους από την διήγησή μου, ίσως την κά­νη λιγότερο ευχάριστη. Αλλά θα είμαι ικανοποιημένος αν το έργο μου κριθή ωφέλιμο από όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότων που συνέβησαν και εκείνων που θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια ή παραπλήσια. Έγραψα την Ιστορία μου για να μείνη αιώνιο χτήμα των ανθρώπων και όχι σαν έργο επίκαιρου διαγωνισμού για ένα πρόσκαιρο ακροατήριο, (1.22.2-4)

 

Λίγοι πρόσεξαν ότι η δεύτερη παράγραφος συνδέεται στενά με την προηγούμενη και αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμά της. Εξηγεί γιατί ο Θουκυδίδης κατέβαλε τόσο μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να παρουσιάσει τα γεγονότα όσο το δυνατόν ακριβέστερα. Έτσι μόνο θα εξυπηρετούσαν τον σκοπό του ως υλικό μέσω του οποίου οι συνετοί άνθρωποι στο μέλλον θα μπορούσαν να μελετήσουν τα πρότυπα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ιδιαίτερα σε τεταμένες συνθήκες όπως αυτές του πολέμου, να διδαχτούν από αυτά, και, συνεπώς, να πάρουν σωστότερες αποφάσεις. Αν τα γεγονότα δεν είναι ακριβή, τότε θα είναι λανθασμένες και οι ερμηνείες τους, και τίποτε από τα δύο δεν θα βοηθήσει στην απόκτηση πολιτικής σύνεσης και σοφίας.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι μελέτες γύρω από τη σκέψη του Θουκυδίδη, τους σκοπούς, τις προθέσεις, και τις μεθόδους του τον αντιμετωπίζουν σχεδόν ως άυλο πνεύμα, όχι ως άνθρωπο που έζησε στην εποχή και στον τόπο του και επηρεάστηκε από αυτά και από τις προσωπικές εμπειρίες που αποκόμισε. Σίγουρα, διέθετε ασυνήθιστο και δημιουργικό πνεύμα. Ο Θουκυδίδης βρίσκεται στις παρυφές της φιλοσοφίας. Ήταν ένας ιστορικός που αισθανόταν την υποχρέωση να εξακριβώσει τις λεπτομέρειες, να παρουσιάσει τα δεδομένα όσο μπορούσε ακριβέστερα, τον απασχολούσε, όμως, εξίσου και η απόδοση των γενικών αληθειών που αποκάλυπτε. Αλλά η επαρκής κατανόηση του Θουκυδίδη απαιτεί κριτική αντιμετώπιση του ίδιου, του ανθρώπου της δράσης, όχι μόνο της διανόησης. Οφείλουμε να θυμόμαστε ότι περιγράφει συμβάντα της εποχής του και ότι σε ορισμένα από αυτά είχε λάβει μέρος ο ίδιος. Ποια ήταν η σχέση του με τον κόσμο στον οποίο έζησε, και με ποιο τρόπο συμφωνεί, ή διαφέρει, η αντίληψή του για τα γεγονότα από αυτή των συγχρόνων του; Πού βρισκόταν όταν έγραφε; Ανάμεσα σε τι είδους ανθρώπους έζησε; Σε ποιο βαθμό αυτοί οι παράγοντες επηρέασαν τις απόψεις του, ή, και, τις διαμόρφωσαν;

Όσο κι αν ο Θουκυδίδης, περισσότερο από κάθε άλλο ιστορικό της αρχαιότητας, έδωσε μέγιστη αξία στην ακρίβεια και την αντικειμενικότητα, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είχε και ο ίδιος αισθήματα και αδυναμίες. Το γλωσσικό του ύφος είναι πυκνό και συχνά δυσνόητο, έτσι ώστε κάθε μετάφρασή του αποτελεί υποχρεωτικά και μια ερμηνεία. Όταν ξεκίνησα τη μελέτη μου στον Θουκυδίδη και την Ιστορία του πριν από πολλά χρόνια, συνειδητοποίησα πως δεν υπήρχε ελπίδα να κατανοήσω τη σκέψη και τους σκοπούς του διαβάζοντας απλώς το έργο του και μελετώντας το προσεκτικά. Αυτό θα ήταν μόνο το πρώτο βήμα. Το επόμενο απαιτούσε μια ενδελεχή σύγκριση μεταξύ όσων έλεγε περί του θέματος και όσων πραγματικά συνέβησαν. Κανείς ιστορικός και, πολύ λιγότερο, κάποιος που απέχει από τα γεγονότα για περισσότερο από είκοσι τέσσερις αιώνες, δεν θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα μπορούσε να τα ανακτήσει με βεβαιότητα, αλλά θα ήταν λογικό, αν και τολμηρό και χρονοβόρο, το εγχείρημα να συγκριθούν η αφήγηση και η ερμηνεία των γεγονότων από τον Θουκυδίδη με άλλα διαθέσιμα στοιχεία και απόψεις από την αρχαιότητα. Σημαντικές πηγές για τέτοιου είδους απόψεις, οι οποίες εμφανίζονται σε επι­γραφές και θεατρικά έργα της εποχής, διατηρούνται στα γραπτά μεταγενέστερων συγγραφέων της αρχαιότητας, και γίνεται λόγος γι’ αυτές από τον ίδιο τον Θουκυδίδη.

Εργάστηκα σχεδόν δύο δεκαετίες προκειμένου να διαπιστώσω - για προσωπική μου ικανοποίηση, τουλάχιστον - με ποιο τρόπο παραλληλίζονται η περιγραφή και η εξήγηση που δίνει ο Θουκυδίδης για την πορεία του Πελοποννησιακού Πολέμου με αυτές που δίνονται ή γίνο­νται αποδεκτές από τους συγχρόνους του, και από μεταγενέστερους αρχαίους συγγραφείς οι οποίοι γνώριζαν τις προηγούμενες απόψεις, καθώς και αυτές του Θουκυδίδη. Νομίζω πως το αποτέλεσμα φώτισε αποκαλυπτικά μερικούς από τους στόχους και τους σκοπούς, καθώς και τον χαρακτήρα του μεγάλου έργου του. Ένας μελετητής έκανε την έξυπνη παρατήρηση ότι η Ιστορία του Θουκυδίδη «είναι ενίοτε ένα αναθεωρητικό, συχνά έντονα πολεμικό κείμενο».15 Ανεξάρτητα από αυτό, προσωπικά τον αποκαλώ ως «τον πρώτο αναθεωρητή ιστορικό».16

Σε αυτό το βιβλίο μου εξετάζονται ορισμένες από τις σημαντικότερες ερμηνείες που δίνει ο Θουκυδίδης για τα γεγονότα του πολέμου και συγκρίνονται με τα στοιχεία που παρέχονται από τον ίδιο και άλλες αρχαίες πηγές. Σε κάθε περίπτωση, τα συμπεράσματα είναι διαφορετικά από αυτά του σπουδαίου Αθηναίου ιστορικού. Σε αυτή τη φιλόδοξη και επικίνδυνη πορεία μου ακολουθώ τις υποδείξεις ενός λαμπρού σύγχρονου ιστορικού του αρχαίου κόσμου, οι συμβουλές του οποίου με επηρέασαν ήδη από την αρχή των σπουδών μου. Γράφοντας για την υποτιθέμενη αντιδημοτικότητα της Αθηναϊκής Ηγεμονίας αμφισβητεί την εικόνα που έδωσε ο Θουκυδίδης: «Αυτά», λέει, είναι όσα ήθελε ο Θουκυδίδης να πιστέψουν οι αναγνώστες του. Αναμφισβήτητα, πρόκειται για μια αντίληψη την οποία ο ίδιος ειλικρινά είχε. Ωστόσο, η ίδια η λεπτομερής ιστόρησή του αποδεικνύει ότι είναι ψευδής. Ο Θουκυδίδης είναι σε τόσο μεγάλο βαθμό ένας αντικειμενικός ιστορικός, ώστε προσφέρει ο ίδιος αρκετό υλικό για τη διάψευσή του. Οι στήλες των ειδήσεων, ούτως ειπείν, στο έργο του αντικρούουν το κύριο άρθρο του αρχισυντάκτη, και ο ίδιος ο αρχισυντάκτης κάποιες φορές μιλά με διαφορετική φωνή.17

Αυτά τα σχόλια είναι ευφυή και χρήσιμα. Μας υπενθυμίζουν ότι ο Θουκυδίδης δεν είναι αλάνθαστος και ότι τα συμπεράσματά του πρέπει να ελέγχονται όπως και κάθε άλλου συγγραφέα. Μόνον όταν το κάνουμε αυτό και συγκρίνουμε τα αποτελέσματα με τις ερμηνείες άλλων ιστορικών μπορούμε να έχουμε πληρέστερη πρόσβαση στη διάνοια του Θουκυδίδη. Οι διαφορές και οι αντιφάσεις αποτελούν μια από τις πιο δημιουργικές συνεισφορές του. Οι εξηγήσεις και τα επιχειρήματά του σκόπευαν ακριβώς να διορθώσουν την κοινή αντίληψη για τα γεγονότα της εποχής του, την οποία θεωρούσε λανθασμένη.

Μόνο λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις αντιθέσεις μπορούμε να αναρωτηθούμε γιατί οι απόψεις του Θουκυδίδη συχνά διέφεραν τόσο έντονα από αυτές των συγχρόνων του, και έτσι να κατανοήσουμε καλύτερα τις μεθόδους και τους σκοπούς του.

 

  

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1.   Οι αναφορές χωρίς σημείωση προέρχονται από την Ιστο­ρία του Θουκυδίδη.

2.Τα λόγια του Μάρσαλ προέρχονται από μια ομιλία στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον στις 22 Φεβρουάριου 1947. Παρατί­θενται από W. R. Connor, Thucydides (Πρίνστον: Princeton University Press, 1984), 1.

3.Όλες οι χρονολογίες είναι π.Χ.

4.Ξενοφών, Ελληνικά, 2.2.23 [μτφρ. Ρόδης Ρούφος, Αθήνα, Ωκεανίδα, 2005, σελ. 71 (Σ.τ.Ε.)].

5.Η. Τ. Wade-Gery, «Thucydides», Oxford Classical Dic­tionary (Οξφόρδη: Oxford University Press, 32003, αναθ. έκδ.), 1.517.

6.H. Diels και W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, «Xenophanes», απόσ. 14-16 (Βερολίνο: Weidmann, 1934- 1 937).

7.   Στο ίδιο, «Protagoras», απόσ. 4.

8.Η επιρροή που άσκησαν στον Θουκυδίδη οι ιπποκρατικοί εί­ναι το θέμα του C. Ν. Cochrane, Thucydides and the Science of History (Οξφόρδη: Oxford University Press, 1929).

9.   Στο ίδιο.

10.The Art, κεφ. 11· παρατίθεται από B. Farrington, Greek Science (Βαλτιμόρη: Penguin Books), 74-75. Η έμφαση του Farrington.

11.  Cochrane, Science of History, 26.

12. John H. Finley Jr., Thucydides (Καίμπριτζ, Μασαχουσέτη: Harvard University Press, 1942),

13.  R. G. Collingwood, The Idea of History (Νέα Υόρκη: Oxford University Press, 1956), 31.

14. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί κάτι διαφορετικό σχετικά με αυτές τις ομιλίες· ότι, δηλαδή, αντιπροσωπεύουν όσα νομίζει ο Θουκυδίδης ότι είναι πιθανό να είχε πει ο ομιλητής στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αν είναι έτσι, αυτές οι ομιλίες μάς αποκαλύπτουν τόσο τη σκέψη του Θουκυδίδη όσο και των ομιλητών. Για διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία μου για τις ομιλίες βλ. Donald Kagan, «The Speeches in Thucydides and the Mvtilene Debate», Tale Classical Studies, αρ. 2 1 (Καίμπριτζ: Cambridge University Press, 1975), 71-94.

15.  Connor, Thucydides, 233.

16. Donald Kagan, «The First Revisionist Historian», Commentary, Μάιος 1988, 43-49.

17.  G. E. M. de Ste. Croix, «The Character of the Athenian Empire», Historici 3 (1954), 3. Στην πράξη, o Ste. Croix δεν ακολούθησε την ίδια τη συμβουλή του. Υπερασπιζόμενος την ασυνήθιστη εξήγηση που δίνει για τα αίτια του πολέμου, λέει: «η εικόνα την οποία έχω σχηματίσει βασίζεται ολοκληρωτικά σε στοιχεία από τις πιο αξιόπιστες πηγές, τον Θουκυδίδη πρωτίστως, και οποιοσδήποτε δεν συμφωνεί με αυτή την εικόνα θα ήταν καλύτερο να προσπαθήσει να αμφισβητήσει τον Θουκυδίδη, αν μπορεί». (The Origins of the Peloponnesian War, Ίθακα και Λονδίνο, 1972, 290.) Βλ. κριτική μου σε αυτό το έργο στο American Journal of Philology 96 (1975), 90-93.