www.ekivolos.gr   

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.»

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

«Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού.» 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου»

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

 

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ: ΕΓΧΟΡΔΑ

 Τάσου Παπαλιά

  Δείτε και εδώ

Οι εννέα μούσες. Αρχικά οι θεότητες αυτές ήταν νύμφες του βουνού και των νερών. Ο Ησίοδος στη Θεογονία αφηγείται: "Η Μνημοσύνη κοιμήθηκε στην Πιερία με το γιο του Κρόνου και γέννησε αυτές τις παρθένες".

 

Πώς θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε το παρόν αν δεν κοιτάξουμε το παρελθόν; λέει μια παροιμία. Και πολύ σοφά λέει, γιατί πάντα πρέπει να βλέπουμε πίσω, στις ρίζες μας, για να μπορέσουμε να διαπρέψουμε στο μέλλον και για να μην κάνουμε ποτέ τα ίδια λάθη με τους προγόνους μας στο παρόν, δημιουργώντας μια αέναη αλυσίδα επανάληψης. Έτσι και με την μουσική. Θα πρέπει να κοιτάμε προς τα πίσω για να δούμε την μουσική ιστορία του λαού μας όπως και την παγκόσμια μουσική ιστορία, για ν’ αντιληφθούμε από την μια πλευρά την αρχή της μουσικής και την εξέλιξή της αλλά και από την άλλη για να μπορέσουμε να έχουμε την γνώση να διαδόσουμε τα μουσικά κατορθώματα τον προγόνων μας.

Όσον αφορά την ετυμολογία της λέξης μουσική: η λέξη, σύμφωνα με τα γραπτά των αρχαίων Ελλήνων ποιητών και φιλοσόφων, παράγεται από την λέξη μούσα. Η λέξη μούσα, πάλι, παράγεται από το μαούσα = μούσα. Το «μα» είναι ρίζα του ρήματος μάω-μω που σημαίνει επινοώ ή ψάχνω ή ζητώ διανοητικά. (Στη δωρική διάλεκτο η λέξη «μούσα» είναι «μώσα»). 

 

Οι εννέα μούσες. Αρχικά οι θεότητες αυτές ήταν νύμφες του βουνού και των νερών. Ο <strong>Ησίοδος</strong> στη <strong>Θεογονία</strong> αφηγείται: "<em>Η Μνημοσύνη κοιμήθηκε στην Πιερία με το γιο του Κρόνου και γέννησε αυτές τις παρθένες</em>".

 

Οι εννέα μούσες. Αρχικά οι θεότητες αυτές ήταν νύμφες του βουνού και των νερών. Ο Ησίοδος στη Θεογονία αφηγείται: “Η Μνημοσύνη κοιμήθηκε στην Πιερία με το γιο του Κρόνου και γέννησε αυτές τις παρθένες“.

Ένα σημαντικό σημείο στην παγκόσμια μουσική ιστορία είναι η περίοδος άνθησης της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Όταν η γεωμετρία και τα μαθηματικά συνέβαλαν στην μελέτη της μουσικής αλλά και στην κατασκευή των πρώτων μουσικών οργάνων, ξεκίνησε να αναπτύσσεται η οργανική μουσική στην αρχαία Ελλάδα μιας και κατά κόρον μέχρι και τον 6ο αιώνα έχουμε κυρίως φωνητική μουσική ως μέσο έκφρασης. Αυτή η στροφή προς την οργανική μουσική επιβεβαιώνεται από το έργο “Πυθικός Νόμος”, που είναι ο πιο σημαντικός αυλητικός νόμος της μουσικής της αρχαίας Ελλάδας και περιέγραφε τον αγώνα του Απόλλωνα με τον δράκοντα Πύθωνα. Ήταν επινόηση του Σακάδα, και ίσως πρόκειται για το πρώτο παράδειγμα καθαρά προγραμματικής (περιγραφικής) μουσικής.

Το πλήθος των πληροφοριών που έχουν σωθεί μέχρι και σήμερα για την αρχαία ελληνική μουσική, μας επιτρέπει μια συστηματική κατάταξη των πηγών, η οποία δεν ισχύει μόνο για την ελληνική αρχαιότητα αλλά γενικά για την ιστορία της μουσικής. Η πρώτη και βασική κατηγορία πηγών είναι οι γραπτές πηγές και χωρίζονται σε δύο επιμέρους κατηγορίες, σε πρακτικές και θεωρητικές. Πρακτικές πηγές λέγονται τα σωζόμενα αποσπάσματα μουσικής σε μουσική σημειογραφία. Από αυτές τις πηγές σώθηκαν κυρίως ύμνοι σε αποσπάσματα και έχουν μεταγραφεί στη σημερινή μουσική γραφή (δύο Δελφικοί ύμνοι του Απόλλωνα, ο Επιτάφιος του Σικείλου κ.ά.). Τα αποσπάσματα αυτά για την αρχαία ελληνική μουσική είναι ελάχιστα (περίπου 50 συνολικά) και προπαντός μικρά και συχνά με χάσματα και ελλείψεις στη σημειογραφία. Θεωρητικές πηγές λέγονται τα κείμενα για τη μουσική. Στις θεωρητικές πηγές υπάγονται εκτός από τις ειδικές πραγματείες θεωρίας της μουσικής και οι πολυάριθμες αναφορές στη μουσική και στη μουσική ζωή που περιέχονται σε λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και ιστορικά έργα. Θεωρητικές πηγές αυτής της κατηγορίας ονομάζονται συχνά εδώ φιλολογικές πηγές. Οι θεωρητικές, σε αντίθεση με τις πρακτικές, είναι πολλές και περιέχουν πολύτιμες και συχνά εκτεταμένες πληροφορίες για πολλά ζητήματα, ωστόσο υπάρχουν κενά και δυσκολίες στην κατανόησή τους. Τα κυριότερα έργα είναι του Αριστόξενου, του Ευκλείδη, του Νικόμαχου και του Αλύπιου , ο οποίος μας δίνει λεπτομερείς πίνακες της αρχαίας ελληνικής μουσικής γραφής.

Εκτός από τις γραπτές πηγές, μια άλλη σπουδαιότατη κατηγορία πηγών είναι οι εικονογραφικές μαρτυρίες ή εικονογραφικές πηγές (απεικονίσεις σκηνών μουσικής ζωής σε αγγεία), καθώς επίσης και τα ανευρισκόμενα στις ανασκαφές λείψανα μουσικών οργάνων. Ο αριθμός των εικονογραφικών μαρτυριών είναι μεγάλος και το γεγονός αυτό αποτελεί καθεαυτό μαρτυρία για τη σημασία της μουσικής στην καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων.

         Το πρώτο είδος αρχαίων Ελληνικών οργάνων που θα ασχοληθούμε είναι τα έγχορδα. Όσον αφορά, λοιπόν, τα έγχορδα, λόγω της πλούσιας εικονογραφίας, της αγγειογραφίας, των ανάγλυφων, των ψηφιδωτών αλλά και των αγαλμάτων, μπορούμε να αντλήσουμε στοιχεία για την κατασκευή αλλά και τον τρόπο παιξίματός τους. Βέβαια, αρκετά από τα άρθρα δίνονται σε αποσπασματική μορφή και δεν είναι τόσο πλούσια στο περιεχόμενό τους αλλά με συνδυασμό όλων των πηγών, έχουμε φτάσει σε θέση να κάνουμε πιστή αναπαραγωγή αρκετών εγχόρδων και να έχουμε όσο το δυνατόν μια καλύτερη εικόνα των ηχοτοπίων της μουσικής των αρχαίων Ελλήνων.

Για την αναπαραγωγή ηχητικού χαρακτήρα χρησιμοποιούμε την λέξη soundscape (ηχοτοπίο) που χρησιμοποιείται από το αντικείμενο της ακουστικής οικολογίας για να περιγράψει ένα μέρος, μια τοποθεσία, και τους ήχους που εμφανίζονται εκεί έτσι ώστε να έχουμε μια πλήρης άποψη του ηχητικού περιβάλλοντος. Η μελέτη του ηχοτοπίου περιλαμβάνει έναν συνδυασμό φυσικών ήχων που εμφανίζονται στο περιβάλλον, σε συνδυασμό με ήχους που έχουν δημιουργηθεί από τους ανθρώπους, όπως μουσικές συνθέσεις, sound design αλλά και άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες όπως συζητήσεις και λοιπούς ήχους που προέρχονται από τον άνθρωπο. Έτσι λοιπόν, με την πιστή ανακατασκευή αρχαίων εγχόρδων αλλά και την προσομοίωση στον τρόπο εκτέλεσης σε συνδυασμό με χώρους κατασκευασμένους για παραστάσεις αρχαίας ελληνικής μουσικής όπως τα κλασικά θέατρα, έχουμε σε δράση το αποτέλεσμα ενός ηχοτοπίου, χαμένου στον χρόνο, που χάρη στις μελέτες μουσικών και τεχνικών, είναι πλέον πραγματικότητα.

Περνώντας στα είδη των εγχόρδων έχουμε μια αρκετά μεγάλη γκάμα οργάνων και κάποια από αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως βάσεις για μετέπειτα έγχορδα όργανα που συναντούμε σε Ευρώπη.

 

 

Λύρα

 Βάρβητος, είδος λύρας στην αρχαία Ελλάδα

Βάρβητος, είδος λύρας στην αρχαία Ελλάδα

 Είναι από τα πιο γνωστά μουσικά όργανα της αρχαίας Ελλάδας, λόγω του ότι ήταν απαραίτητο εργαλείο επαγγελματιών μουσικών. Ο Ορφέας ήταν ο κύριος εκπρόσωπος της τραγουδιστικής τέχνης αλλά και της λύρας και ήταν σύμβολο του Απόλλωνα. Σύμφωνα με την μυθολογία, εφευρέτης της λύρας ήταν ο θεός Ερμής, αλλά επικράτησε η μυθολογική άποψη του Απόλλωνα. Δεν χρησιμοποιούνταν σε εκδηλώσεις ανοιχτών χώρων, ενώ ήταν ένα κατεξοχήν όργανο για την μουσική διαπαιδαγώγηση των νέων.

Η λύρα της κλασικής αρχαιότητας έχει παρόμοια εμφάνιση με αυτή της άρπας και παιζόταν με χρήση πένας, όπως αυτή της κιθάρας ή του σαντουριού. Στις πρώτες μορφές της, είχε 7 ή 8 χορδές ενώ στην μετέπειτα εξέλιξη της συναντούμε 9 χορδές. Διακρίνουμε δύο είδη λυρών: τις κιβωτιόσχημες και τις λεκανοειδείς. Οι μεν κιβωτιόσχημες έχουν αντηχείο με ορθογωνική ή τραπεζοειδή πρόσοψη και ξύλινο, ενώ οι λεκανοειδείς αντηχείο ημισφαιρικό ή ελλειπτικό, όπως π.χ. το κέλυφος χερσαίας χελώνας ή το κέλυφος κολοκύθας. Οι τοξωτές λύρες (χρήση τόξου) ανήκουν σε άλλη οικογένεια οργάνων, αυτή των βιολοειδών.

Η εξέλιξη του οργάνου συνεχίζεται κατα την Βυζαντινή και στην συνέχεια Σύγχρονη περίοδο, έχοντας πλέον μουσικά όργανα με ιδιαίτερο ήχο όπως αυτό της κρητική λύρας, της πολίτικης αλλά και του κεμεντζέ ή ποντιακής λύρας.

 

 

 

Φόρμιγξ

 

Φόρμιγξ

Φόρμιγξ

Όργανο συνδεδεμένο με τους ραψωδούς των ομηρικών επών. Θεωρείται ίσως η παλαιότερη μορφή αρχαίας κιθάρας και ήταν ιερό όργανο λόγω της χρήσης του. Μάλλον ήταν και το πιο αρχαίο έγχορδο που εμφανίστηκε. Το συναντάμε από τον 9ο μέχρι και τον 6ο αιώνα π.Χ. Αργότερα παραχώρησε την θέση του στην κιθάρα αλλά και την λύρα. Στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια, ο Όμηρος αναφέρει πως ήταν καλυμμένη με χρυσάφι και ελεφαντόδοντο όπως και ότι οι ήχοι της συνόδευαν τον ποιητή κατά την απαγγελία. Μέσω κειμένων του Ησιόδου, του Αριστοφάνη, όπως και μέσω αρχαιολογικών ευρημάτων ανακαλύπτουμε πως το όργανο είχε τέσσερις νότες, αν και κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς μάς μιλάνε για επτάχορδες φόρμιγγες (επτάκτυπος ή επτάτονος φόρμιγξ). ο όρος φόρμιγξ χρησιμοποιούνταν συχνά στη θέση του πιο γενικού όρου, της λύρας. Η φόρμιγγα ήταν μικρή, κοίλη και κρατιόταν σε πλαγιαστή θέση, όπως και η λύρα.

 

 

 

 

 

 

Κίθαρις

 Κίθαρις απο κέλυφος θαλάσσιας χελώνας, κέρατα και ξύλο, 5ος αι. π.Χ.

Κίθαρις απο κέλυφος θαλάσσιας χελώνας, κέρατα και ξύλο, 5ος αι. π.Χ.

Χαρακτηρίζεται ως το όργανο των επαγγελματιών κιθαρωδών και των μεγάλων μουσικών αγώνων μιας και είναι ένα μουσικό όργανο που απαιτεί δεξιοτεχνία για την χρήση του. Η κίθαρις συναντάται στην κλασική εποχή με 7 ή 8 νότες ενώ στην μετέπειτα εξέλιξή της αποκτά μέσω της κατασκευή της δυνατότερο ήχο αλλά και περισσότερες χορδές. Η αρχική της μορφή έχει τετράγωνη βάση. Όπως και η λύρα, έτσι και η κίθαρις, αναφέρεται συχνά στα Ομηρικά έπη.

“κήρυξ δ’ εν χερσίν κίθαριν περικαλλέα θήκεν Φημίω”

(“κι ένας κήρυκας έβαλε στα χέρια του Φήμιου την πανέμορφη κίθαρη“)

- Οδύσσεια. α 153-154:

“κίθαρις γαρ έστιν η λύρα” (η κίθαρις είναι η λύρα) - Αριστόξενος

“οι δε δήπου το πρώτον μανθάνοντες κιθαρίζειν και τας λύρας λυμαίνονται”

(οι αρχάριοι ρημάζουν τις λύρες που πάνω τους μαθαίνουν)

- Ξενοφών. Οικονομικός (II, 13)

Το ρίμα “κιθαρίζω” ήταν μια ακόμα λέξη που χρησιμοποιούνταν γενικά για το παίξιμο της λύρας, της φόρμιγγας ή και οποιουδήποτε άλλου εγχόρδου.

  

 

 

Βάρβιτος

 

Βάρβιτος

Βάρβιτος

Η βάρβιτος ήταν ένα μουσικό όργανο πιο στενό από την λύρα αλλά και μακρύτερο, με μεγάλους βραχίονες και χορδές. Ο ήχος του ήταν πιο γλυκός από αυτόν της λύρας αλλά και πιο βαρύς. Από ιστορικά κείμενα ανακαλύπτουμε δυο διαφορετικές εκδοχές για την εφεύρεσή του. Η πρώτη έχει να κάνει με το ότι ο Τέρπανδεος υπήρξε ο εφευρέτης αυτού του μουσικού οργάνου, κατά τα λεγόμενα του Πίνδαρου (λυρικός ποιητής από την Θήβα), ενώ στην δεύτερη περίπτωση, κατά τον Νεάνθη (ιστορικός από την Κύζικο), η βάρβιτος ήταν εφεύρεση του Ανακρέοντα.

Ο αριθμός των χορδών του οργάνου δεν είναι ακριβής. Ο Θεόκριτος μας αναφέρει πως ήταν ένα πολύχορδο όργανο (“βάρβιτον ες πολύχορδον“) ενώ ο Αναξίλας (κωμικός ποιητής), στον Λυροποιό μας μιλάει για τρίχορδες βάρβιτους. Κατά πάσα πιθανότητα ο αρμονικός της πίνακας διαμορφώθηκε σύμφωνα με τις μουσικές ανάγκες κάθε περιόδου, όπως συνέβη με τη λύρα και την κιθάρα. Θεωρείται το μεσόφωνο (alto) όργανο της οικογένειας της λύρας, λόγω του τονικού ύψους της, το οποίο είναι πιο χαμηλό από αυτό της λύρας.

Για την έκφραση “παίζω το (τη) βάρβιτο” χρησιμοποιούσαν το ρήμα βαρβιτίζω. Ο εκτελεστής της βαρβίτου λεγόταν βαρβιτιστής και ο τραγουδιστής, που συνόδευε ο ίδιος το τραγούδι του στο βάρβιτο, βαρβιτωδός.

 

 

Πάνδουρα ή Πάνδουρις

 

 Άγαλμα γυναίκας που κρατάει ένα πένδουρις Άγαλμα γυναίκας που κρατάει ένα πένδουρις

 Το πάνδουρις είναι ένα τρίχορδο όργανο με εντέρινες χορδές, πρόγονος του λαούτου που αποκαλείται και τρίχορδον. Επίσης θα το βρούμε και με τα ονόματα πανδούριον ή πανδουρίδα και ανήκει στην κατηγορία των λαούτων, έχοντας μέσο ή μακρύ λαιμό. Πρόκειται για όργανο που εισήχθη πιθανόν από την Ανατολή και απέκτησε φήμη από την δυνατότητά παραγωγής μεγάλου εύρους ήχων με μικρό αριθμό χορδών.

Στο όργανο αυτό η σχέση των χορδών προς το ηχείο είναι παρόμοια με αυτή της λύρας, αλλά αντί για τους δύο βραχίονες και την εγκάρσια κυλινδρική ράβδο, υπάρχει μόνο ένας μακρύς λαιμός κατά μήκος του οποίου διέρχονται οι χορδές και πιέζονται πάνω του με σκοπό να συντομευτεί η διάρκεια ταλάντευσης και να έχουμε διαφορετικούς μουσικούς φθόγγους. Ο λεξικογράφος Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς (γραμματικός και λεξικογράφος του 5ου αι. π.Χ) χρησιμοποιεί τη λέξη πανδουρίς για το όργανο και τον όρο πάνδουρος για τον εκτελεστή πανδούρα η πανδουρίς.

Η παραφθορά του ονόματός του εμφανίζεται σε βάθος χρόνου. Πανδούρα – θαμπούρα – ταμπούρα – ταμπουράς. Εξελίχθηκε δε και από τεχνικής πλευράς, όπως όλα τα ελληνικά μουσικά όργανα με χέρι (μάνικο) της ευρύτερης οικογένειας του λαούτου, όπως αυτό δομήθηκε από τους βυζαντινούς μουσικούς. Πανδούρα έπαιζαν οι αρχαίοι Έλληνες, θαμπούρα έπαιζε ο Διγενής Ακρίτας όπως μας λέει το ομώνυμο τραγούδι, και ταμπουρά έπαιζε ο Ρήγας Φεραίος, ο Κατσαντώνης και ο Μακρυγιάννης.

 

Τι κρούεις την θαμπούραν σου εν τη παρούση ώρα; Και επήρεν το ταμπούριν του και αποκατέστησέν το. Τζ΄αί κόψε κούρμην της ελιάς τζ΄αί κάμε μνιάν ταμπούραν. Τζ΄αί ο ταμπουράς του κόσμου τές γλυκαές.

 - Στοίχοι απο το Έπος του Διγενή